I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Topoi [ A Greek Abstract - [ ism ] ]

Painting Machine [ 2 ]

Editing on a T-Shirt [ 2 ]

ΑΝΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ [ σελιδα 1 - σελιδα 4 ] α ' μερος

σελιδα 1

Οι αποικιες των μελισσων στα
ανθη , που
κατεβαινουν στη
θαλασσα

στα πετρωδη των ορεων Λυδοι
κονταριστες και πελταστες πληθος.



ο Ατρει'δης στο γυρισμο βρη-
κε την κουριδιη αλοχο στη
κλινη αγκαλιασμενη και τοτε
ξεπληρωνε τη μανιτα των
Μυρμιδονων / Συρειε
λαμπροτατε του Στερεωματος

τελευτη-
σεις της ορθρινης α' Λειτουργιας της Γλωσσας
εισακουσαμεν :

Εγω , συν αλλους πολλους / οι μυθοι πολ-
λους εξαπατουν /γλωσ-


σα/γλωσ-
σα/γλωσ-
ναι μα τοδε σκηπτρον , τον μεν ου πο-
τε φυλλα και οζους φυσει , επειδη πρω-
τα τομην εν ορεσσι λελοιπεν , ουδ' ανα-
θηλησει. περι γαρ 'ρα ε χαλκος ελε-
ψε φυλλα τε φλοιον .
σα/γλωσ-


σα/γλωσ-
σα/γλωσ-


σελιδα 2

τιποτα δεν ειναι των ανθρωπων

εκεινον τον εκαψε ο ηλιος την ωρα της
γεωργιας
εκεινος στην εκστρατεια / δεν επεσ-
τρεψε , το κυπαρισσι , που φυτεψαν δεν φυ-
τρωνε την καταγωγη των ριζων του απο
τα μαλλια του / τα εργα των
ημερων θλιψη η ' χαρα








στα υστερα ηλθε η δικη.





η βελανιδια περιε-
κλεισε παντα τα αλο-
γα , αργοτερα χαλκη-
νε τον καλπασμο τους.


Εδω , ο νεοιδρυθης ναι'σκος εγκαινιασθει με την
εσπερινην γ' Λειτουργια της Γλωσσας


σελιδα 3

λεγει,
ο Ποιητης : την εκπαιδευ-
ση του την εμπιστευτηκαν
στον πιο αγραμματο , που ση-
κωνει η γη.Εκεινος δεν
του διδαξε τα φερσιματα των
θηλυκων τις μερες της γονιμο-
τητας .Εκεινος δεν του εδειξε
το δισκο , που την γεννα του
ονομαζουν ανατολη και το χα-
μο του δυση.Εκεινος δεν
του μετεδωσε τις πραξεις της
μετατροπης του σιταριου , ουτε
του κρασιου.Εκεινος δεν διε-
πραξε μπροστα του κανενα
εγκλημα .Εκεινος πεθανε χω-
ρις να τον σπουδασει τιποτα.



ετσι εψαλλαν στους
λαους , για τους μια-
ρους , για τους εξο-
χοτερους , στις κεφαλες
των ορνιθες σκωληκο-
φαγιαζουν , δολοπλοκοι


εκεινα , που αναμοχλευε
το κυμα εχασαν τη τρα-
χυτητα , τους ανοιγαν τρυ-
πες , περνουσαν σχοινια και
τα κρεμουσαν στους λαιμους
των , ιδιως τα κεχρωσμενα.


Αυτα διαδραματισθηκαν μεσουσης της εσπερινης
ιγ' Λειτουργιας της Γλωσσας .



σελιδα 4

επι πλειστον δε και αριστοι εισιν ους αν οι θεοι φιλωσιν


επι των ημερων του τα γεννη των ανθρω-
πων εμακαριζαν στη γη , επι πλειστον δε
δικαιοι και αριστοι.



ους ου αν οι θεοι φιλωσιν αναμειχθηκαν
με παντα τα αισχρα



εσυναχθηκαν να συλλειτουργηθουν / στην μετα-








μεσημβρινην ογδοην Λειτουργια της Γλωσσας
ψαλλεται:

'' επι πλειστον δε και αριστοι εισιν ους αν οι θεοι
φιλωσιν
επι το κακον δε . επικρεμαται θανατος / το γαρ
γεγενημενον ουκετ ' αγεννητον γεννηται ''

ΑΝΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ [ σελιδα 5 - σελιδα 8 ] β' μερος

σελιδα 5

αρχιζομενης της μεσημβρινης β' Λειτουργιας της
Γλωσσας

Παρα τον Συναξαριστη Αναγιγνωσκομεν

στον τοπο εκεινο εμαρτυρησαν οι Δεκα Μαρτυρες / στα
βασανιστηρια των ειδωλολατρων / να προσκυνησουν τις πετρες/
ειδωλα παραστημενα / να λατρευουν μοσχαρια στεφανωμενα
στεφανους κληματων / εξη χρονια εγκλεισμενοι/ 320
σκαλοπατια στη γης η φυλακη / χωρις νερο και
φαγητο / τις νυχτες αγγελος ουρανοθεν τους εξεδιψουσε
με αγιασμα και μανα , το ασπρο ψωμι.

[Παρακειμενα εκτεινονταν η πολη με εννιακοσιους εννενηντα
χιλιαδες αμαρτωλες ψυχες , ακολαστες ετρεχαν στις ξαδερφες,
στις αδερφες και στις γυναικες των αδερφων / σαραντα
μερονυχτα εριχναν με τις σταμνες οι αγγελοι νερο
απο τον ουρανο, η γης καταπνιγηκε και το υδωρ
αναρριχηθηκε ως το μεσον γης και ουρανου ]

Τη νυχτα ξημερωνοντας τη μερα του αποκεφαλισμου / επειδη
εδειλιασαν την δοκιμασιαν αγγελος αυστηρος τους επεπληξεν .
πως ειναι θελημα να γινει και πως ευθυς θα τους επικολληθουν
τα τεμνομενα κεφαλια στις πλατες . Εκεινο εγενετο /
Εις το μερος του μαρτυριου ανθρωπος θρησκος εφυτευσε
πλατανο ξυλο και ανεφυεσσε ελιδιον με φλοιον θαυματουργον εις των τυφλων τα ομματα , εις των παραλυτικων τους ποδας , βραζοντας τον φλοιι'σκον με φυλλα ομου εποιουν αληφην
λιβανωτην , με αυτην επαληφαν τα σβησμενα ματια
και ανεβλεπον, περιτριγυριζοντας τρεις απο ανατολης
νοτου δυσεως βορεως το ελιδιον,
[τα ξυλα των αρρωστων αναρτωμενα στους κλαδους ],
ανεσκιρτουν τρεχοντας σα λαγουδια αρτιγεννητα και
μοσχιδια γαλακτιζοντα.Πληθος τυφλωμενων και
παραλυτικων εγιατρευθησαν αμετρητα .Οταν οι
ανθρωποι αμαρτησαν ,εχαθη το ελιδιον απο
προσωπου της γης.

Κι αλλα της Γλωσσας Ατελευτητα

α] οι ξενικοι
αντρες φιλοξενουμενοι απαγορευετο να ξενυχτησουν
στα οικηματα των για το φοβο να πουτανευσουν
οι γυναικες

σελιδα 6

β] διεμενε ολες τις
εποχες στο σπηλαιο , τρεφονταν ψηνοντας βελανιδια
και βοσκουσε χορτα , που βοσκηζουν τα θηρια.

γ]Τον καιρο των χειμα-
διων , εξη μηνες οι αντρες δεν ζυγωναν γυναικα και
στο ξανοιγμα του καιρου , σαν τραγια , που
βαρβατιζουν στις κατσικες , τις γκαστρωναν.

δ]Το κλαρινο και η φλο-
γερα ειναι οργανα , που μελωδιζονται οι αγγελοι/
το βιολι ειναι οργανο του ζερβουηλ ,κατα τα λεγομενα


ε]τρια μερονυχτα τις
διακορευαν αναισχυντοι αναξιοι να ονομαζονται
αντρες ξεπεζευοντας ο ενας μετα τον αλλον και
εκεινες οι δυο μουγκριζαν σαν μοσχαρινες
στον μακελαρη , επειτα απετμησαν συριζα
τις γλωσσες των να μην μαρτυρισουν .

στα μερη της Αιγυπτου ειχε διαπραξει ανομηματα ,
μετανιωσε πικρα κι αφου περιπλανηθηκε πενης
και ταλαιπωρος ξενεριστηκε ναυαγος
στα παραλια της Ακαρνανιας , αποσυρθηκε
γυμνος και πληγιασμενος στα μεσογεια ,
δεθηκε με ατσαλενιες αλυσιδες στα ποδια
και στα χερια να μην παραδωθει πλεον
στο κακο , με μακρυσμενα γενια μαλλια
και νυχια ανθρωποι της περιοχης , αγαθοι
χοιροτροφοι , τον ξαντικρυσαν κι ως
τον πηραν για αγριο θηριο , απεστηλαν
κουστωδια τοξαριστων και τον θανατωσαν
τον Αγιο Βαρβαρο.

Ιεροεργοντας στη γλωσσα απομονωσε το υφος του
ανειπωτου ανενδεοιαστα.

στ] αφησαν να τους φα-
νε τα σκυλια , τα φωναγματα τα πηρε η νυχτα ,
για φοβητρα των απογονων.

σελιδα 7

Την τεταρτη πρωινη λειτουργηθηκε

ακουομενη
η εβδομη Μικρη Λειτουργια της Γλωσσας /

μια
των ορχηστριδων
η καλλιστη / τα νερα της
θαλασσας διεσχισαν ισχυρα βελη ψαριων.

τα περιττα πραγματα σιγα -σιγα απε-
βαλε ,εγινε ο απλουστερος των ανθρω-
πων

Δεν τον ενοχλουσαν οι συνεχως αναδυο-
μενες αντιφασεις η' αντιθεσεις

εσιωπησε οταν διαισθανθηκε πως η Με-
ρικη Οργανωση ισοτροπει με την Με-
γαλη Οργανωση ,


σελιδα 8

ο σωφρονεστερος των αν-
θρωπων καλλιεργησε κληματα
κι οσα σταφυλια ασφυκτιου-
σαν στον ηλιο τα προσφερε
στο τραπεζι απλοχερα

ο μιαρωτατος των αν-
θρωπων δεν εδωρησε τιποτα
στους ανθρωπους , παντα δι-
ψουσε στα καυματα της με-
ρας κι εζησε στις οδυνες.


Την Τριτη Ημερα της Εβδομαδος ακουγονται Υμνοι
απο την Πρωτη Λειτουργια της Γλωσσας.


ποιος πονος και
ποιος καημος τον
εφερε στους ενα-
λιους καμπους των
δελφινιων

κακομοιρε, μην δεν
σου αρμοζε γυναικα
παιδοτροφα και τω-
ρα σε νοστιμιζεται
ο μαυροκορακας.

τεταρτο ηλθε ετος, το
παιδι ξεσκολισε, η
μηλιτσα εφυρανε , κι αν
ταχια δεν φαινεις λογιαμε
για πεθαμενη.












Γλωσσα , Τεχνη των Παντων.






Αει.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Circling and Jumbing

The Dream of the Fish

ΘΕΩ [ ΡΗΜΑ ] [ απο τα '' Διηγηματα του Φανταστικου ''

Ο χωρος ηταν ενα τεραστιο ορθογωνιο παραλληλεπιπεδο . Στη πλευρα του με το μεγαλυτερο μηκος σε υψος εβδομηντα εκατοστων απο το δαπεδο ανα δυο μετρα υπηρχαν , εξελλισομενα σε σειρα , μακροστενα παραθυρα.Περασε απο μπροστα τους , σε καθε ενα απ'αυτα τα παραθυρα σταματουσε για λιγο και παρατηρουσε τι εβλεπε απο εκει: στην αρχη εβλεπε τη κοιλαδα , πιο κατω τις πρωτες συνοικιες ,
υστερα τη πυκνη μαζα της πολης, κατοπιν τις ακραιες συνοικιες,
και στα τελευταια παραθυρα παλι τη κοιλαδα.
Μετα πηγε απεναντι στην αλλη πλευρα του χωρου ,κι εκει υπηρχε
πανομοιοτυπη σειρα παραθυρων : σ'εκεινα η θεα του τοπιου
ηταν διαφορετικα συμμετρικη στη σειρα :πρωτα μερος της πολης , μετα οι συνοικιες , στη μεση η κοιλαδα , μετα οι συνοικιες, στο τελος παλι μερος της πολης.
Η περιπλανηση στα παραθυρα τον απορροφησε και ξεχαστηκε πληρως , οταν συνηλθε πηγε προς το ανοιγμα , απ'το οποιο μπηκε στο εσωτερικο εκεινου του χωρου και βγηκε στον εξωτερικο του χωρο .Κατεβηκε μια μεγαλη μαρμαρινη επιβλητικη σκαλα:
:στο τελος της εστριψε αριστερα , και ξανα αριστερα στους δενδρικους διαδρομους με τα ρομβοειδη σχηματα στο δαπεδο τους , ολα ομοια, με μικρες παραλλαγες καποιοι ρομβοι , κι ετσι συνεχιζοντας να στριβει παντα αριστερα εφτασε σε μια εξισου επιβλητικη με την πρωτη μαρμαρινη σκαλα , που ανεβαινε .Την ανεβηκε γρηγορα , στο κεφαλοσκαλο βρεθηκε μπροστα σε μια κλεισμενη πορτα , την ανοιξε
και βρεθηκε στο ορθογωνιο παλληλεπιπεδο δωματιο με τη σειρα των μακροστενων παραθυρων στις δυο μεγαλυτερες πλευρες του .
Πηγε παλι στα παραθυρα . Η πολη , οι συνοικιες , η κοιλαδα ειχαν
εξαφανισθει .
Συνεχισε να περιφερεται στο χωρο για πολυ ωρα σε μια επαναλαμβανομενη κυκλικη επιμονη παρατηρηση .Η αρχικη εικονα δεν επανηλθε .
Τελικα αποφασισε να σταματησει την κυκλικη περιηγηση , βγηκε απο τον χωρο απο την ιδια πορτα , που μπηκε.Κατεβηκε την ιδια σκαλα ,που ανεβηκε: τωρα στους δενδρικους διαδρομους με τα ρομβοειδη σχηματα στο δαπεδο τους εστριβε συνεχως δεξια , οταν εφτασε στην μαρμαρινη σκαλα την ανεβηκε , μπηκε ξανα μεσα στον ορθογωνιο χωρο , πηγε στα παραθυρα : εκει εμφανιστηκε η προηγουμενη θεα :μερος της πολης, οι συνοικιες , στη μεση η κοιλαδα,οι συνοικιες ,η πολη , οι συνοικιες , η κοιλαδα.
'' Εδω ειναι το κεντρο '' ακουσε μια φωνη και γυρνωντας ειδε εναν ανθρωπο , σχετικα νεο , καπως ψηλο κι αδυνατο να στεκει ορθιος στη μεση του δωματιου.
''Ποιανου πραγματος το κεντρο;'' ρωτησε με απορια
''Μα , στο ορθογωνιο το κεντρο του ειναι εκεινο το σημειο ,στο οποιο τεμνονται οι διαγωνιοι του '' του απαντησε , σχεδον του φωναξε απο το σημειο ,που βρισκονταν , ο αλλος.
Η απαντηση δεν τον διαφωτισε καθολου , σκεφτηκε πως ισως ο αλλος τον περιγελουσε με ανοητες εκφρασεις.Αν αδιαφορουσε
θα ηταν καλυτερα γι'αυτον.Ταυτοχρονα ενιωσε πολυ ισχυρη
την επιθυμια να απαλλαχτει απ' αυτον τον παρεισαχτο .
Βγηκε γρηγορα εξω απ 'τον χωρο , κατεβηκε τη σκαλα και στριβοντας συνεχως αριστερα εφτασε στη σκαλα , την ανεβηκε και ξαναμπηκε στο χωρο με μεγαλη αποφασιστικοτητα .
Η θεα οπως το περιμενε χαθηκε απο τα μακροστενα παραθυρα , ομως ο ανθρωπος ηταν στη μεση και τον ρωτησε :'' Γνωριζεις οτι το σημειο ειναι αχωρο και αδιαστατο ; '', θυμωσε ,αλλα δεν του απαντησε.''Θα επιμεινω '' μονολογησε.
Βγηκε , εκανε το γυρο ξανα , ο ανθρωπος εκει , στη μεση , ακινητος , με μια αλλη ηληθια ερωτηση .Επανελαβε τη κινηση .Συνεβηκε παλι το ιδιο .
Φοβηθηκε πως ισως ποτε δεν θα ξεφευγε απ'αυτη την παγιδα , η ' την πλεκτανη .Θυμηθηκε :'' Η Λογικη δεν ειναι το πεπρωμενο του
ανθρωπου ''.Στον φαυλο κυκλο της συνεχους επαναληψης ευχηθηκε να τα καταφερει να ξεφυγει .'' Κατ'εικονα και καθ'ομοιωσιν '' .
Οταν δεν βρηκε τον αλλον στο δωματιο πηγε αυτος και στηθηκε στη
μεση του ορθογωνιου :στο σημειο ακριβως , που τεμνονται οι διαγωνιοι του.
Ο αλλος τιμωρηθηκε να επαναλαμβανει , αεναα, σαν παιδικο τρενακι
την ιδια απαραλλαχτη διαδρομη μπροστα του .Η μοναδικη αλλαγη ηταν πως δεν του απηφθηνε την παραμικρη ερωτηση , η' το ελαχιστο σχολιο .
Τον εβλεπε απο τη θεση του ακινητος απεγνωσμενο να μπαινει μεσα
το χωρο , δεν κοιτουσε καν τη θεα στα παραθυρα , γρηγορα εβγαινε εξω κι υστερα απο καποια ωρα να ξαναεμφανιζεται στο χωρο και παλι γρηγορα να εξαφανιζεται απ'αυτον .
Παρ'ολ'αυτα ειχε ενα μικρο φοβο , που μεγαλωνε συνεχεια μεσα του : τι θα συμβει αν καποια στιγμη θελησει να του παρει τη θεση.
Να την αρπαξει .Ηξερε , το διαισθανονταν , πως αυτο θα συνεβαινε,
αργα η γρηγορα, καποια στιγμη , κι ας ηταν η θεση '' αχωρη και αδιαστατη '' , κατα την εκφραση του .Μπορει την επομενη φορα να συμβει.Αγγιξε ενστικτωδικα το μικρο μαχαιρι στη δεξια τσεπη του παντελονιου του . Ενιωσε σιγουρια και περιμενε.
Ο αλλος δεν εμφανιστηκε , περναγε ο χρονος και δεν εμφανιζονταν.
Καποια φορα ακουγε τα βηματα του να πλησιαζουν απο μπροστα του κι αργοτερα ακουγε ν' απομακρυνονται απο πισω του . Υστερα
τιποτα.Ησυχια.Σαν να χαθηκε . Δεν ειχε την υπομονη να τον περιμενει εκει.Φοβηθηκε πως ο αλλος , πονηρος οπως ηταν , θα τον
αιφνιδιαζε με καποιο πανουργο σχεδιο , που ειχε καταστρωσει .
Αφησε τη θεση του αποφασισμενος να τον αντιμετωπισει.
Βγηκε , κατεβηκε τη μεγαλη μαρμαρινη σκαλα , εστριβε στη τυχη , ποτε αριστερα , ποτε δεξια : δεν ξαναβρηκε τη σκαλα , που ανεβαινει στο ορθογωνιο δωματιο.Οτι κι αν εκανε πια δεν θα εβρισκε ξανα το δωματιο . Το ηξερε καλα. Τον επιασε απελπισια
οταν σκεφτηκε πως ο αλλος τον εμπλεξε στο διχτυ του .Απο στιγμη σε στιγμη θα τον αιφνιδιαζε .
Κατα τυχη στη φυγη του ειδε τη σκαλα μπροστα του , την ανεβηκε
γρηγορα , μπηκε στο ορθογωνιο δωματιο σιγουρος πως θα τον εβρισκε εκει μεσα . Πραγματικα τον βρηκε .Ηταν πεσμενος μπρουμητα μ ' ενα μικρο μαχαιρι καρφωμενο στη πλατη του , αριστερα, κοντα στον λαιμο του . Εκει πανω στο σημειο , που τεμνονται οι διαγωνιοι του ορθογωνιου .
Δεν τον γυρισε αναποδα , δεν ηθελε να δει το προσωπο του , ουτε και στα παραθυρα πλησιασε , βγηκε εξω απ' το χωρο με σκοπο να ξεχασει οτι συνεβηκε .
Τωρα ηταν μονος και δεν θα ' ταν δυσκολο να ζησει ετσι .

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

The End [ Ενα Εργο Τεχνης ] [Jim Morrison ,The Doors] Αφιερωμενο Εξαιρετικα

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ [ Ι- ΧΙΙ ] α' μερος

Ι

Και την ημερα εκεινη
ποντοπορευει
αυτη η μαγισσα / στην ακρη
των δακτυλων
ξαπλωμενη /οροσειρα περαστικη
μυθευμα ακτης
ανεμος ο ανεμος
ματιασμα κοριτσιου
ωραιοτητα
ωραιοτητα
Υπερ Ολων, Ωραιοτητα
ΙΙ
η λιμνη
στα καλαμια κυκλωμενη η λαλια
αηχη πανσεληνος
του νερου
ραγισμα ασημι
λιμνισια αυρα
περασμενη η ωρα τωρα
παρθενα του ονειρου
νερο του ηχου
αηχη
ΙΙΙ
μελισσα του μελιου
μελι,που εκρυβε το ματι
ομορφια της μυτης
φωτισμενο ανθος του στρειδιου
αλλο , εκει
ματι ακριβο
φως ματισμενο
αυτο , εδω
η'
και με '' τι νοημα ;''
η'
και ''τιποτα''
η' περασμα της
σμερνας
περασμα της θαλασσας
ποντος γαλαζιο
πελαγο
IV
στη μεση / των ματιων
η μυτη
χειλια / δοντια μαργαριταρενια
χελιδωνα
χελι του νερου
χειλη του ροδιου
του νερου του ροδιου ματια
πλαγιασμα του ροδου
χελιδωνα
,που την ιστορουν αηδονα
ποθος του ποθου μυθος
πλασμα του νερου του ροδιου
στη μεση / των ματιων
ματι γαρυφαλλο χρωμα
η μυτη
πεταλουδας θροισμα χλοης
χελιδωνα
V
Υγρο
της υγροτητας γλυκο λικνισμα
ακρογυαλια των χυμων
ανεμισμα
περα ως περα
η αποικια των γλαρων
μεσα βαθεια
το ανεμισμα του κοραλιου
ματι στην ομορφια κολλημενο
αγριμια κι αγριμακια μου λαφια μου
μερωμενα
για δεστε το μαργιολικο και το μαργιολεμενο
και η γλωσσα ,που μου εδωθει
ελληνικη
VI
ιστορει
το χαμογελο
στη θαλασσα
'' το πεπρωμενο της εισαι εσυ ''
φωνη της θαλασσας
η αρμυρα στο κορμι
εβλεπε την
της ειπε
'' μυρωδια του γαρυφαλλου ''
μεσα σου
VII
η φωνη / η φωνη σου
τα βηματα των ποδιων
και η φωνη της περδικας
θεα ουρανου απο το παραθυρο
ραχη αλογου το βουνο
πρασινα δεντρα
κι απλωσε το χερι της
συρθηκε το φως
στον καθρεφτη αυγη
''το φως στο νου μου''
φωνη / η φωνη σου
''η θαλασσα τω ναυτικων''
ο ανεμος της φωνης σου
''δεντρα των ανθρωπων''
μελι της φωνης σου
''γαλαζιο των χρωματων''
IIX
μια λεξη , ελαφινα
τεσσερες συλλαβες / θαλασσια
βελος ψυχης
αρχαι'κος ναος φυκιων/ υποβρυχια αγαπη
χειλι / κοραλλι
ματι
ματι
ματι / τι βλεπεις ;
Μορφου Κορη Κυπριδα
Ελληνις
ελαφινα , τι ειναι
η Ελλαδα ; χαλκινη ερωτηση
ου με εθεσπισεν
Μορφου Αμαχουστας παραλια
τριγυρνουσες ξυπολητη ελευθερια
μια λεξη διαφανη
τεσσερες συλλαβες / ελαφινα
ΙΧ
η ενοραση της περκας/ βοτσαλο
γλαφυρο
φιλι αναστραμενο
στο φυλλο λεμονιας
ανασασμα
πευκοβελονας
σπιτια νησιου
μαρμαρινο
ειδωλο πουλιου
πτερωμα ονειρου
μεθυσμενο κορμι ηλιου
λαμπυρισμενο βοτσαλο
νερου κρουσταλιασμα
η ενοραση του γλαρου
Χ
μην περιμενεις
δεν εφυγε η χελιδωνα / Αυτος το ηξερε
'' Αγορευει ''
πλησιασε το ματι στη χλοη,
ανεβασε το χερι στη κοιλια
κιτρινο ψαρι
ζεστη αμμος
κολυμπι στ'ανοιχτα
γραφη,που βρηκα
καρδια, δεν εφυγε κανεις , καρδια
τολμηρο μου χερι
κρυφα κρυμενη ακριβη
το ηξεραν
δεν εφυγαν
εκει εδω / εκει εδω εκει
εκει εδω
'' κιτρινο ψαρι στ'ανοιχτα''
η γραφη εδω
εκει
εδω εκει
ΧΙ
κοχυλοφορα παραλια των δακτυλων σου
''ματι , που επιθυμει''
απαλη κινηση του ωμου
μουσικη των λεξεων της
γλαροι τα φιλια της
τριανταφυλλο
στηθος
σπιτι στο γαλαζιο
χερι στο χερι
ανθος των ποδιων χειλη τριανταφυλλενια
τολμηροτητα των χεριων.
ξερεις, η φυλλωσια των δεντρων
ολα τα ξερεις
τι ξερεις
'' Το'πα για σενα''
γλαροι των λεξεων , κοχυλοφορα
μουσικη
αργη του ποδιου
κινηση
ΧΙΙ
Τονοι του γαλαζιου
γαλακτερη ροη της ορμης του
αφουγκραστηκε . η κραυγη
πανια στα πελαγα
ελεγε:''η σοφια ειναι πεταγμα γλαρου ''
αρμοι , σκαρια τ 'ουρανου
η βροχη ξεπλενει
'' συμφωνα μ'αυτο ,που ειμαστε πληρονομαστε
για στο δικιο για στην αδικια''
μιλια στη μιλια της
κι ο δικος του λογος πλεουμενη βαρκα
''συμφωνα μ 'αυτο ,που ειμαστε αγαπαμε''
η μυρωδια της παρεμεινε
σεμνη γραμμενη γυναικα
στη χουφτα μου αποτυπωμα
κρυφα διπλωμενη
γλωσσα του καταρτιου
παντα η ψυχη της
ω . θαλασσα των ηχων και των
κυματων τρικυμισμα

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ [ ΧΙΙΙ-ΧΧΙV] β ' μερος

XIII

σχημα γλαρου
στην ιχνογραφια βαρκα
μπογιαντισμενη
ζυγιασμα πουλιου στην ακρογυαλια
σπιτια στους λοφους
δεντρα στον ουρανο
γαλαζιο το περασμα της σφυριδας
διχτυα στο μουραγιο
λικνισμα του νερου
καταρι ξαρτι
στερια κτισμενη στα ψαρια,
τιποτα ,αχρηστο
XIV
Χρωμα για σενα
γιασεμι ασημενιο
βλεμμα
''η ομορφια σου τα αλογα '' σαν σε γνωρισα
''μηπως, η γλωσσα μας
η αθυροστομια του Καραι'σκακη
αφου σε γνωρισα .'' Δεν ντρεπουμε διολου αν
εχω αυτες τις γλωσσες ''
οι γλωσσες μας / σαρκικες του κορμιου
οι λεξεις μας / υγρα του κορμιου
τα κορμια μας / ψυχη του κορμιου
κι αυτο
'' μην αλλο αποθυμησεις παρεξ εμου ''
κι αυτο
''ανθοβολη του λογισμου της ''
κι αυτο βλεμμα αθυροστομο δωρο
η γλωσσα
XV
και θαυμαζε γυρνωντας το βλεμμα του παντου
και πλαγιασες ν'αγαπηθεις μαζι του / νυφη
επειτα φανηκες χρυσο φως νυφη
στο κυμα / χαριεσσα χελιδοι
κοιμηθηκαν μαζι,και χαρηκαν μαζι φιλι κι αγκαλη
υστερα πελεκησε απο ξυλο ελιας το ειδωλο της
- η κορη ,που μοσχομυριζε -
επειτα της εδειξε τα δεντρα τα ψηλα
-σκεπαστηκε με φυλλα στον υπνο της -
η κορη του Ευρυδικου
μικρη πορτοκαλενια
μικρη θαλασσα ,που''καποτε φυγαν απο την Ιωνια ''
απο τα χωματα της Σμυρνης
-ενιωσε μεσα του τη χαρα
ελια κι αγριλι ,Αρεθουσα
μα τωρα στα γραφτα μου Θεομορφη
'' του δε Οδυσσεα λυγισε η ψυχη του ,βαρυνε η καρδια του
και τοτ'Οδυσσηος λυτο γουνατα και φιλον ητορ
επτα δε και δεκα μεν πλεεν ηματα ποντοπορευων ''
ο μυθος του Οδυσσεα ποντοπορευει στη Μινωικη Κρητη
τα ξαρτια / τη σχεδια τη σερνει / προς δ'ακρα πηδαλιο
και το καταρτι εστησε / νηος τορνωσεται ανηρ / για τα πανια
δια Καλυψω / ειματα τ ' αμφιεσσα θυωδεα και λουσασα
ρουχα , που μοσχομυριζαν
την παιρνει ταιρι ν 'αγαπηθει μαζι της
και πεταξαν τα λογια τους σαν τα πουλια
XVI
δυο ματια
επειτα η φωνη
ξημερωμα
περιστερα της αμυγδαλιας
καλαμι σουραυλι
ιστορια χελιδωνας
αρπισμα ενυδριου
πρασινο βουνο στο πλαγιασμα του ηλιου
καρπισμενο σταχυ , φεγγος
φεγγος
υμνωδια του νερου
η φωνη των οντων ωδη
τρεμαμενη ψυχουλα της
καρδια της
ελεγε: '' να μου δωθει μοναχα η χαρι ...''
η ψυχη . '' παρεξ η γλωσσα ... ''
η σαρκα . τους γαυγιζαν τα σκυλια
ωρα πολυ
εμεινε στο καμπο το γρυλλισμα τους
''τη ψυχη του ανθρωπου γαυγισαν ''
και παρακατω
''οι προσφυγες βαδιζαν ωρα πολυ
πολλα φορτωμενοι ''
επειτα η φωνη .Ε. εσεις
οι αντρειωμενοι
XVII
αναμενει τη σεληνη
[ κοραλλι το νησι ]
λαμπυρισμα
αναπαρασταση λιονταριου
συμ-φωνω
αποσπω τη / φωνη
σεληνη
περισκοπιο
''περιμενε τα λογια'' ακουστηκαν
ειδος σαν
μια περδικα
σελανα των Αρχαιων
[ ακρη του δασους ]
αρχαι'κη Αχαιων σεληνη
XIIX
ο διαβητης
βημα γλαρου στην αμμο
κλαγγη οπλου αντηχηση ηχηση
ηρεμη
ηρεμη
ηρεμη
ηρεμη
ημερη
ηρεμη
ηρεμης
λεμβου γλυστριμα
ΧΙΧ
Δυο παιδια παιζουν στον κηπο
ενα ψαρι ακολουθει εναν ανθρωπο
αλλα εντελως χωρις σκεψη
ειναι δυνατον να παρατηρησεις οτι μια επιφανεια
ειναι κοκκινη και γαλαζια
Εγω διαλεγω
Εσενα
XX
η εργασια να σκεφτεσαι
ενα
αστρο στη
σκαλα
bring it into the form of rythming
πως κυτταζει το ξημερωμα η αμυγδαλια
one of not imaging
by the verbal form
που ;
''Εγω θελω αυτο ''
α β γ δ ε ζ η θ ι κ λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ φ χ ψ ω
ΧΧΙ
οι φθογγοι του στοματος
το νοημα των λεξεων ειναι διαφορετικο
''συμφωνω να συμφωνει ο ενας με τον αλλον ''
ποσες πολλες ταλαντωσεις ; αυτη η νοτα
το δακτυλο μου
μπορουσε ο Θεος να το ειχε γνωρι-
σει
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
A number is,as Frege says a property of a concept
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
XXII
ευκτισμενη.
σμηνη κτισματων στις βαρκες
μπροστα στα ματια τους
-παιδια μαθαινουν την αριθμητικη -
ενας ανθρωπος εκτισε ενα σπιτι κι επειτα αναχωρησε για
την ερημο, τα αηδονια κατοικησαν στο σπιτι και τα ροδα
το περιτριγυρισαν, οταν μετα απο 100 χρονια επεστρεψε τοτε
οταν τον ρωτησαν ειπε :''τωρα τελειωσε το κτισιμο του σπι-
τιου''
στο κηπο φανταστηκε ενα τοπιο
συλλογιστηκε τον ανθρωπο ,που το διεσχιζε , σε καμμια περι-
πτωση δεν σκεφτηκε πως ηταν κλεφτης
ευκτισμενη.
τσαμπια σταφυλια στα αμπελια
κοκκινα τα μαγουλα αλικα
ΧΧΙΙΙ
α + β / depens
το μοντελο σταυρωσε τις
but in what sense / γαμπες του
V2 / Logic compels me / και τωρα τον εξαναγκαζε να
ακολουθησει τον κανονα
But what things are '' facts '';
Τωρα / What is the interest of this transition;
το
μεν
A new technique is introduced
ενα συνολο απο ερωτησεις και απαντησεις
Σε διδαξα να βλεπεις τον κηπο , που μπαινει στη
θαλασσα
Sure is - οτι αυτοι αποκρυπτουν ορισμενα προβληματα
ΧΧΙV
Τα κουπια εξαφανιστηκαν μεσα στα ροδα
οταν ακομα αυτος κοιμονταν στο κρεβατι του
Το τοπιο : δυο δεντρα
Το τοπιο : ο ποταμος κυλουσε το ασημι του φεγγαριου
Το τοπιο :η μουσικη καθυστερουσε για δυο ωρες
κι υστερα η ιδεα της ψυχης
ο ανεμος δυναμωνει και φερνει αρωματα απο τους κηπους
στο περιβολι ανθισμενες πορτοκαλιες
Τωρα μπορουμε να πουμε:'' Εμεις θελουμε κατι, που σιγουρα,
να μας λεει την αληθεια ;''

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΟΥΙΤΑ [ XXV-XXXVI] γ ' μερος

XXV

το μαρμαρο αναγλυφο απεδιδε τη θαλασσα

ενας ορισμενος τροπος ελκυσης χταποδιων


το ροζιασμενο χερι του πελεκησε το κερατο του ελαφιου
ακολουθησε μια φλυαρια
'' φαντασου ''πεταχτηκε ενα παιδι.οταν το κοιταξαν σιωπησε
δειλιασμενο αποτραβηχτηκε και ψελλισε ''ηταν λαθος μου''
Τα καρα διεσχιζαν το δρομο στο σταυροδρομι τον συναντη=
σε
''Εσυ , δεν μπορεις αυτα τα πραγματα''


Απο τα μπαλκονια χαιρετουσε ο κοσμος


''Εσυ , δεν μπορεις αυτα τα πραγματα''


στο χερι του τυλιχτηκε το πρωτο πλοκαμι του χταποδιου


Ναι
σε ειδικες περιπτωσεις ενεργουσε ετσι


ΧΧVI

number / η Ναυσικα ετρεξε πισω απο το τοπι
n/next / η' και ο
mind / m / ο ασημενιος δισκος γραμμενος στη Γραμμικη Α

Since α and β are irrationals

back/ b /between
αυτοι αισθανονταν σαν βυζαντινοι



t
-
triangles
Δυο γραπτα του ερημιτη ποτισμενα στο μελι

ειτε κιονες σαν τα κεντηματα της Μαριας

πανω απο 2.000 στρεμματα καλλιεργημενα
go around lake
με καλαμποκι [ αραβοσιτο αλλιως ]

I am going about to proofing
on [ον]
ηταν γνωστο σαν κεντρο αντιγραφης των χειρο-
γραφων
Αμην.

XXVII

Ο θανατος του Αχιλλεα αφησε τους Αχαιους σε μεγαλη-
λυπη- Ο Τελαμωνιος Αιαντας απο τη Σαλαμινα με τους
δυνατους ωμους- στην επιστροφη του περιμεναν τα κακα-
- αγνοω ακομα το ονομα του τοπονυμιου-


Νοστοι

Τα οστα του αηδονιου τα λευκανε η βροχη

Νοστοι


ο Μινωας και ο Ροδαμανθυς τον εκριναν
οσο δικαια μπορουσαν - ο Τελαμωνιος Αιαντας μπηκε
στο δασος να κυνηγησει -

στη Κενταυρομαχια διεπρεψαν οι Λαιστρηγο-

νες


Νοστοι
ο ηρωας γυρισε στο Αργος στη
Τιρυνθα θα πηγαινε την επομενη

XXIIX

ο φασιανος σχεδιαζει ενα τετραγωνο στη μνη-
μη
η πιο αρχαια διηγηση . κανενας ανθρωπος δεν γνωριζε
ποιος ειναι

Ο Ομηρος στις μεταφρασεις του

αποψε κοιμηθηκε στα γαλαζια

σχεδιαζει ενα ρομβο στη ρητορικη

η κριτικη ανακαλυπτει . μια διαρκη μεταφυσικη


η βασιλικη δεν ειχε μωσαι'-
κα
/αναζητηση/
ενας κιονας κορινθιακου ρυθ-
μου


αν και...

XXIX

Και ομως αυτο δεν θα ηταν ενας κλαδος της ζωο-λογιας
-''εμεις κρινουμε απο τις εικονες''
Πρεπει να θυμηθουμε το οστρακο της χελωνας




Τι σημαινει αυτη η σιωπη ;







de una casa de las mas poderosas / librarse de aquellas
maturales impresiones / la leyo en alta vox
Edgar Alan Poe . poeta y cuentista norte americano
οτι εμεις εχουμε ειναι η φαντασια

XXX

Ιδρυθηκε στις αρχες του 17ου αιωνα, υπηρξε κεντρο επανα-
στασεων, βομπαρδιστηκε εκ νεου στα 1866

στη περιοχη ανασκαφτηκαν τα θεμελια αρχαιας πολης


Ο Ναρκισσος εζεψε τα βοδια , και με το καινουργιο
αροτρο αροτρισε τη γη, οι κατοικοι εφευγαν μπουλουκια
κατα τα παραλια να παρουν τα καραβια να γλυτωσουν
το κακο , οταν ο ηλιος εγυρε να δυσει επεστρεψε
κατακουρασμενος τα μελη να κοιμηθει , κι
αποκοιμηθηκε γλυκα


καμια απο τις πολεις ,που βρεθηκε δεν τον συγ-
κρατησε ,σε καποιο πορτο εφτυσε αιμα .ονειρευτηκε
τα ποδια της γυμνα στο νερο της λεκανης με τα μυ-
ρωδικα

XXXI

Εν Αρχη / Εγω αφη-
γουμαι.

τον βασιληαν , που προσποιουνταν τον
λεπρο, τελικα οι συνομωτες τον
κατακρεουργησαν

I am obeying a rule

... 1+1+1+1+1+...+1+1+1+...+1+1+1+...+1+1+1+...

what is the colour of this flower ;

κοκκινο του μηλου
πρασινο της χλοης
κιτρινο του χρυσου
γαλαζιο της θαλασσας

οπως ο Αγιος Γεωργιος ο δρακονοκτονος του 15ου αιωνα περιπου

[ η μονομαχια αναμεσα στον Αχιλλεα και τον Εκτορα [ κρατηρ
490 π.χ Βρετανικο Μουσειο , Λονδινο ]

[ εδω υπαρχει το σχεδιο της μονομαχιας ]

'' η Θετιδα εφερε στο γυιο της τα καινουργια οπλα''
-Ποιο να 'ναι το χρωμα αυτου του λουλουδιου;
κοκκινο του ροδιου πρασινο του πευκου κιτρινο της
μαργαριτας γαλαζιο τ ' ουρανου / ολη τη μερα
κι ως τα μεσανυχτα κυνηγουσαν τον Αδωνι τα σκυλια
κι ως το μεσημερι τον κατασπαραξαν
Ελεησον με Κυριε εμε τον Καππαδοκα μοναχο .
XXXII
στη γλαστρα το ζουμπουλι
[ καπνος απο το καψιμο της καλαμιας ], στα δυτικα του ηλιου
η σταμνα γεμισε αγριοπεριστερα
ανεμισε η νερατζια τα ανθη της σ ' ανατολη και δυση
το αλογο στο σταβλο ορθο/
αποσημερο ,στη στερνα το χρυσο-
ψαρο/
τα φουσατα της βελανιδιας χυμη-
μηξαν στις πλαγιες /
[κεραμιδια βυζαντινα κι ακροκεραμοι ]
τα ιχνη της χηνας στο μωσαι'κο
σημερα, αναπτερωσε η μερα / μετα,
''υστερα το δελφι-

νι καρφιτσωθηκε στα μαλλια '' , χρυσαφενια στον
ηλιο η θυμωνια . επειτα η χελωνα απο=

πειραθηκε την ομορφια η ' την
ωραιοτητα

'' μην ατιμασεις''
'' μην ατιμασεις '' ακουστηκε να επα-
λαμβανει .'' μην ατιμασεις ''
XXXIII
Εγω εκτυλισω τη γλωσσα και τα αλλα προσωπα πρε-
πει το ιδιο να κανουν για τη δικη τους
απο αποψη πολιτικη αυτο ειναι μια απατη
Εμεις ζουμε μεσα σε μια γιγαντιαια σχιζοφρενικη κατασταση
Ειναι το μηλο , που πρεπει να αποδωσω ορατο
η δικη τους αντιληψη της ωραιοτητας
Αυτο εξαρταται με τον τροπο ,που ειναι ζωγραφισμενη
Duchampe champe / champe Duchampe
Matisse mati / mati Matisse
Οταν ο Picasso χρωματιζε τις γυναικες του αυτες ηταν
το θεμα του / ολα εξαρτωνται με τον τροπο , που καποιος
ζωγραφιζει
B.Yenet:''Lignes indetermine'es'' 1984 bois paint
P.Briggs:''Lux'' 1984 porcelaine,bois,craie box 30x26x17 cm
A.Barr: ''Cellotex '' 1984 , 75x100 cm
U.Ru'cktiem:1985 granit bleue de Normadie ,coupe et
scie 130x145x20 cm
D.Tremblay:''Sans titre ''1985 peinture / ardoise 210x414
G.Noel: ''Masque, autoportrait '' 1984 bois et fer peint 44x
x35x25 cm
XXXIV
Εκει , που χωριζεται το μικρο δακτυλο του αριστεριου χεριου
απο τον παραμεσο το αρωμα εξαφνα μεταιωρηθηκε , κι ο ανεμος
,που φυσηξε γυρισε τις πλατες των φυλλων κατα τη θαλασσια
αυρα
Του μυρμηγκιου η αθωοτητα και το
δασος με τις πεταλουδες
κοκκινισμενη η πεταλουδα / τελειωσε το παρα=
μυθι: Μια φορα κι ενα καιρο στα αλλοτινα χρονια μακρυα απο
δω μερες και νυχτες ολοκληρες ορθονωνταν στα μερη της
ερημιας ενα πυργιο απο σιδερο κι ατσαλι , μηδε
πουλι μηδε αητος φτερουγισε απανωθε του , και στο
εμπα του και στο εβγα του ητανε δρακοντας , που το δια-
φαντευε ειχε τα χερια τεσσερα και ποδια δεκατεσ-
σερα κι ειχε ακομη ενα ματι στρογγυλο σε καθε του κεφα-
λι,κι ουτε νερο να ξεδιψασει οποιος διψουσε κι ουτε
φαγι να φαει ποιος πεινουσε.Σαν τ ' ακουσε σαν το'μαθε
ο Ανδρονικος μικρος μικρουτσικος εζωστηκε το σπαθι
σπαθακι του επηρε το κονταρι του να κονταρισει και κινη-
σε εκει μακρα να παει
κι ειχε τα ματια μελισσουλες
οντας εγυρισε τον αναγνωρισανε απο τη
λαβωματια στο μηρι οπου του'κανε ο αγριοκαπρος
τον ελουσανε κι οντας εστεγνωσε γλυκα απο-
κοιμηθηκε
XXXV
η ρομαντικη παραδοση του τοπιου :ενα λαγωνικο , ο
ευκαλυπτος , αχνα τα ορη ,τα αλογα των κυνηγων ,και
το ρυακι διαγωνια , δευτερο λαγωνικο
αχνη η οψη
η εικονα του νουφαρου τρεμοσβηνε στην επιφα-
νεια
αχνα τα ορη
[ σ ]τα αλογα των κυνηγων
XXXVI
Οτι εμεις αντιλαμβανομαστε εχει μια ιδιοτητα
Godel left that
of Ludwig Wittgestein
Καθαρα εμεις δεν ανηκουμε στον φυσικο κοσμο
κι αρχιζοντας απο / Russel [ before his logicism ]
τη θαλασσα / Platon [ before his Platonism]
No / και τι θα ελεγε ο μυθος , Κριτια;
No one ο Βαλλεροφοντης προσευχηθηκε να καταντησει η/
No one shall γης ακαρπη και ξεχασμενη
No one shall drive οτι μια φορα ο Φαεθων , ο γυιος του /
No one shall drive us Ηλιου
No one shall drive us out
No one shall drive us out of περιεγραψα την πολη
No one shall drive us out of the
No one shall drive us out of the paradise which
Απο τη
Λυδια
και την Ιωνια
ως την Τρωαδα
η χωρα
γεμισε λιμνες
και ελη
Ενα ειδος ηταν ασπρο which Cantor
which Cantor has
created for us / η στεγη ηταν απο ελεφαντοστουν
for us /μιμησιν τε και θεωριαν
us
και τας αισθητας ουσιων αχρι των εσχατων της γης
οτι εμεις αντιλαμβανομαστε ειναι μια ουτοπια

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ραστ[Βαγγελης Κοκκωνης ,σολο κλαρινο]Αφιερωμενο Εξαιρετικα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ε' [ απο τα '' 12 Παραμυθια '' ]

Μια φορα κι ενα καιρο , τα χρονια ,που γιγαντες πυργωναν στα ορη τα οικηματα τους κι οργωναν τη γη με αλογα ,που εβγαζαν πυρινους ατμους απο τα ρουθουνια τους τοτε στις ευφορες κοιλαδες βασιλευαν οι ανθρωποι.
Μια γυναικα χηραμενη ειχε γυιο αντρειωμενο , λογιοταν επιδεξιος τοξευτης.Οταν επεδραμαν στα κατωμερα οι γιγαντεςνα αρπαξουν τις γυναικες των ανθρωπων δοξαστηκε πολυ κι ισαμε εκατο και πλεον πελωρια κουφαρια αραδιασε απο δαυτους.Στα ευτυχισμενα υστερα των
επισοδειων εσυναχτηκαν οι προεστοι και πηραν αποφαση να διαβιβασουν σ 'εκεινον την διακυβερνηση .Παρα τη μικρη του
ηληκια τα καθεκαστα πορευονταν ειρηνικα κι οι ανθρωποι προοδευαν.
Οταν ηρθε η εποχη της παντρειας καλεσανε ολες τις νυφες της επικρατειας στο ανακτορο να διαλεξει αναμεσα απ'ολες ποια του αρεσει να νυμφευτει.Ηρθανε οι μαυρες , ηρθανε οι ασπρες , συμμαζωχτηκαν ρουσες και ξανθες , αμμυγδαλωματες και γαι'τανοφρυδουσες, κοντουλες και γεματες , ηρθε και μια του ηλιου ομορφοτερη.Στην ωρα της κρισης πεζος τις περιδιαβασε πανω σε περιτεχνο χαλι . ν 'αποφασισει η καρδια του διστασε , '' η ομορφαδα
ειναι περαστικη , μα η ικανοσυνη μενει'' .Διαταχτηκε να μπουν στους αργαλειους να αγωνιστουν το καλυτερο υφασμα.Με τις αργυροσαι'τες υφαιναν εφτα μερονυχτα , και σαν ο θεος ξημερωσε την ογδοη μερα τελειωσαν τα υφαντα .Το ματι μαγεμενο θαυμαζε τα τεχνασματα λεπτα εργασμενα . σ'ενα λεπτουφαντο πανι κυνηγοσκυλα ειχαν επιπεσει σαν σφοδρη καταιγιδα σε σμηνος αγριοχηνες , σ ' αλλο μεταξενιο δεντρα φρουτοφορα εικονιζονταν ,
που τα διαδεχονταν σειρες ελιοφυτα ,μια απο τις κοπελες ειχε ιστορημενο το μυθο της γυναικας , που περιφανευτηκε για την ομορφαδα των θυγατερων της κι επεσε πανω τους η συμφορα . και τις αποδεκατισε .Τα λογια ειναι φτωχα και λιγοστα να περιγραψουν συμπαντα τα θαυμαστα τεχνηματα .
Τις προσπερασε μια φορα και δυο φορες , την τριτη απλωσε το χερι κι εδωσε το μηλο στην πιο ασχημη και στην πιο φτωχη .''Η ομορφαδα ειναι εφημερη , η τεχνοσυνη ανηκει στον Θεο , μα οι
εσχατοι εσονται πρωτοι ''. Κι αυτην πηρε συντροφια στην κλινη του στεφανωτη , και με τα γυρισματα του καιρου του 'δωσε γεννηματα τρεις γυιους και στην ακρη θυγατερα ωραιοτατη.
Εγω , που περιηγουμε ακαταπαυστα στον κοσμο παρομοιο ζευγαρι σαν αυτο
δεν εσυναντησα στην ευτυχια , κι οταν τελειωσουν ησυχα τα ημερινα τους θα τους αναθυμουνται οι ανθρωποι με ευλαβεια στα συλλειτουργηματα τους.

Το Γκολ [Ενα Εργο Τεχνης] Μαραντονα[ Μουντιαλ 1986 Μεξικο,Αγγλια-Αργεντινη 1-2]ΑφιερωμενοΕξαιρετικα

Αα

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

ΔΙΠΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ [ απο τις ζωγραφιες ενος 7 χρονου παιδιου ] β' μερος

Σαν περασε ο καιρος και ξεμπλεχτηκε απο την παραξενη χωρα , η γη απαλυνε και τα κοπαδια των προβατων διαδεχονταν αγελες μοσχαριων.Συναντουσε συχνα-πυκνα συντροφιες χαροκοπων , που γιορταζαν κι εσερναν μαζι τους ζωα φορτωμενα με καλαθια φρουτα κι ητανε πολυ γελαστοι ανθρωποι .Σχεδιαζανε σαν βελη τα πουλια και τα λουλουδια σαν τις λαμπαδες της Λαμπρης.Ενα πρασινο δεντρο κι ενας αντρας με καπελο του εκανε εντυπωση.Τον πλησιασε
κι ανταλλαξανε μερικες κουβεντες.Κυτταξε ολογυρα .ενα τεραστιο πρασινο με δυο κιτρινα στιγματα αντανακλουσε το τεραστιο γαλαζιο με το κιτρινο στιγμα πανω του .Ενας απ'αυτους, φαινεται ηταν
ο σοφος της φυλης, του ιστορησε την αρχη των πραγματων . οι εικονες του αλλοτε ηταν τρομακτικες κι αλλοτε γαληνιες, παρ' ολα αυτα του φανηκαν αστειες.Του εθεσε διαφορες ερωτησεις , οι απαντησεις του ηταν αινιγματικες.Τον ρωτησε τελευταια . ''Γιατι αυτο το πρασινο δεντρο ; , η απαντηση του ξεδιπλωθηκε με αργοσυρτες λεξεις.''Το πεπρωμενο σε καθε δεντρο ειναι το πρασινο
χρωμα '', του συμπληρωσε πως ενα παιδι ειχε φυτεψει αυτο το δεντρο .Αυτος αναρωτηθηκε αν ηταν το ιδιο παιδι , ''ετσι κι αλλιως''
σκεφτηκε ''δεν εχει σημασια , ολα τα παιδια ειναι τα ιδια ''
Παρακατω το τοπιο ολο βελανιδιες και πιο χαμηλα ευκαλυπτοι κι ιτιες.Πανε
πολλα χρονια , που υπηρχανε λυκοι κι ητανε πολλα πεινασμενοι.
Ακομα περνουσαν τους ανθρωπους αλυσσοδεμενους με τα ρουχα τους κατασχιστα και ραπισμενα τα κορμια τους .Ολοτριγυρω ανοιγονταν στη γης πηγαδια σαν στοματα , γεματα φιδια.Κι ολα εκεινα φτασανε ως εδω σαν παραμυθια και μυθοι και φανταστικες
ιστοριες.Σε καποια μερη δειχνουν πετρες στα σχηματα των παιδιων.
Τωρα γυρισε να ατενισει τον ηλιο , δαχτυλιδι χρυσο στον ουρανο.Στη σκια ενος δεντρου τα παιδια παιζανε θεατρο, τα δεντρα ειχανε το μποι' τους.Τα παιδια συλλαβιζανε στα αλφαβηταρια τους και με το
χρωμα κανανε σπιτακια οπως τα' χανε στο νου τους , τα πετραδακια αναπαριστουσανε προβατακια και αλογα .Το παιδι ρωτησε αν το γαλαζιο στον ουρανο δεν ειναι τπ γαλαζιο του χορταρι.Σε λιγο τους ανθρωπους θα τους συντροφευαν τα ζωα και θα μοιραζονταν τις εμπειριες τους.Θα ξενυχτουσε σημερα μαζι τους και το ξημερωμα
θα τραβουσε παλι τον δρομο του.
Αποψε το φεγγαρι βγηκε ολογιομο κι οπως του αρεσαν τα παραμυθια του ηρθε η επιθυμια να αρχισει το παραμυθι.Μια φορα κι ενα καιρο οταν τα βουνα δεν ειχαν εμφανισθει στη πλατη της γης
και τα δεντρα ηταν τεραστια κι αγγιζανε τα αστρα , τοτε οι ανθρωποι
στα σιτια τους κρεμουσανε ηλιους να τους φωτιζουν.Κι οι στεγες
στα σπιτια τους εμοιαζαν με τριγωνα ισοσκελη και τους κηπους τους
ειχανε τειχισμενους με ξερολιθιες.Ο ηλιος ειχε ματια κι εβλεπε τα καλα και τα κακα.Στα γαλαζια νερα του ουρανου τα πουλια πλενανε
τα φτερωματα τους.Σ' ολοκληρο τον κοσμο υπηρχε μονο ενα παιδακι, ηταν χαρουμενο κι αυτο κι αλλοι, που εμοιαζε με τα λουλουδια , που'χουνε κιτρινα ανθη.Οι μεγαλοι το ρωτουσαν να παρουν συμβουλες, ποτε να σπειρουν ποτε να θερισουν ποτε ν' ανοιχτουν για ψαρεμα και ποτε να ζευγαρωσουν με τις γυναικες τους. Κι ολοι μεγαλωναν κι αυτο δεν μεγαλωνε , για συντροφια του ειχε μια χηνα κατασπρη . που την συνοδευε στη λιμνη να κολυμβησει. Κι αυτο δεν εψαχνε τους γεννητορες , που δεν ειχε ,
ουτε εμελλε ν ' αφησει απογονους.Ολα θα ηταν σαν το μελι και το γαλα αν δεν αλλαζε ο κοσμος.Οταν τελειωσε το παραμυθι ξημερωσε ο θεος τη μερα του.
Βραδυνε πολλες μερες και ξημερωσε πολλες νυχτες μακρυα απο τη θαλασσα.Θαρρηνε οταν ανταμωσε ανθρωπο να γνωριζει το κουπι στο ξυλο και το αλατισμενο ψωμι.Ητανε χαρας ευαγγελια οταν αντικρυσε τα χρυσα ακρογυαλια, και τα ελιοφυτα διαδεχονταν οι συκιες και στα ρεματα καλαμιες με αηδονια φωλεμενα.Περασαν τα σκαφη σημαιοστολιστα κι αφησαν μπαλονια να ανεβουν στο στερεωμα.Σερνανε διχτυα γιομισμενα με ψαρια κι αλλα τους ακολουθουσαν οπως το γραμμα γαμα το Ελληνικο.Ενα παιδι σε μια βαρκουλα ξεδιπλωσε ενα χαρτι κι απαγγειλε με τραγουδιστη φωνη.
''Ταξιδευουμε τη χαρα μας στα καραβια''.Το θεαμα συνεχιζονταν
και δεν τελειωνε οσο ο ηλιος ταξιδευε. Κι ενα ναυτακι στο πιο φηλο καταρτι εφερνε τα ματια γυρω του κι εδειχνε με τα χερια του τα νησια , που πλεγανε και τους γλαρους , που ασπρολευκαζανε τους ανεμους.Το παιδι απο κει ψηλα βουτηξε με μια περιτεχνη βουτια στη θαλασσα κι αναδυθηκε μπροστα του .Του ειπε πως λυσανε τα μαγια καθως κυλησε ο καιρος κι οι πετρες με τα σχηματα των παιδιων σαρκωσανε με ζεστη σαρκα.Χαρηκε πολυ κι οσο περνουσε η
πομπη των καραβιων μαζευε τις ανταυγειες τους στα νερα και τις αποτυπωνε στα κοχυλια και στα στρειδια.
Ητανε χαρουμενος με τη παρεα του παιδιου και το'δειχνε και το 'πραττε.Ο ουρανος στον αργαλειο του χραμισε του ηλιου τα χρωματα σ' ανατολη και δυση τα ιστωσε και κατω χαμηλα σαι'τεψε το πρασινο.Και στους καιρους εκεινους κατεφθαναν αγιογραφοι να ιστορησουν τ' αη -Γιωργη το κατορθωμα με τον δρακοντα , που φυλαγε το νερο ακυλιστο , κι ειχε την κορη αιχμαλωτη.Και τους ακολουθουσαν απο πισω μαι'στροι μεγαλοι , και μελωποιοι πληθος.
Κι ο κοσμος ισσορροπησε με την ομορφια και τη δικαιοσυνη.
Τοτε τριτωσε η επιθυμια του για το παραμυθι. μια φορα κι ενα καιρο στον ουρανο βρισκονταν τρεις ηλιοι , οταν ο πρωτος δουσε ο δευτερος
αυγιζε κι ο τριτος μεσορανουσε.Κανενας δεν εξηγουσε τιποτα , δεχοντουσαν τα παντα σαν αυτονοητα.Τοτε ζητηθηκε απο το παιδι να ζωγραφισει και πανω στις ζωγραφιες του να ιστορησουν.Κι αυτο καθησε κι εκανε ζωγραφιες δεκα τον αριθμο , μεσα σ 'αυτες ηταν εκεινο , που ειχε ερθει , αυτο , που ηρθε κι εκεινο , που θα ερθει.Οταν εφτασε το παραμυθι στο τελος ζητησε απο το παιδι να ζωγραφισει.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Ο Μεγαλος Στελιος Καζαντζιδης [ Υπαρχω] Αφιερωμενο Εξαιρετικα

Ο Μεγαλος Στελιος Καζαντζιδης [ τι θελεις απο μενα ] Αφιερωμενο Εξαιρετικα

Ο Μεγαλος Στελιος Καζαντζιδης [ Παραπονο ,μουσικη Μικη Θεοδωρακη] Αφιερωμενο Εξαιρετικα

με λαι'κο τροπο η πραξη




καθε που βραδυαζει στη συνοικια , ο
μπαγλαμας , - ''σκαρτη η παλιοζωη'' ειπες,
να 'βγει ο σεβντας , στο φιναλε του οριζοντα
η φωνη
Κι ειδα τον Στελιο ,κι ειδα τον Μαρκο
κι αυτον τον Στρατο ειδα,τον Γιωργο , τον
μπαρμπα μου τον Γιαννη , ο Βασιλης περασε
το μεσημερι για φαγητο , ο Μανωλης .
με τον Προδρομο στο πικ-απ η πλακα,
η Πολυ στη φωτογραφια,στο εξωφυλλο
η Κατη,κι αυτη η Βικυ , ο Γρηγορης.
μαγκας το ειπαμε , ο Πετρος βγηκε απ'
το κουρειο μπριγιαντισμενος ,αδικοχαμενος ο Γιωργος,
Μανωλη ,θελει να σε παρατησει
τ'ακουσες αδερφε μου , Βαγγελη η
ομαδα μας πρωταθλητρια παλι,
και συ Αποστολη πως τη βγαζεις,
Στελλακη,η Ροζα, η Ριτα ,η Σωτηρια,
η Ιωαννα, η Αννα , σημερα δεν
φανηκε ο Ανεστος , Στρατο


Ο Μεγαλος Μαρκος Βαμβακαρης

Κανοντας Σχοινακι [απο τη Θεωρια της Σχετικοτητας.Αν η κοπελα ειναι ακινητη και κινηται ο κοσμος και το αντιστροφο ]

ΟΙ 10 ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΕΝΟΣ 7 ΧΡΟΝΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ [ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ '' ΔΙΠΛΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ '']












Πριν απο 11 χρονια ενα 7 χρονο παιδι ζωγραφισε αυτες τις 1ο εικονες . Πανω σ ' αυτες γραφτηκε , σαν μια διπλη αφηγηση ,
η '' ΔΙΠΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ''


ΔΙΠΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ [ απο τις ζωγραφιες ενος 7χρονου παιδιου ] α ' μερος

Εκεινη τη μερα κι ο ολες τις αλλες , που ηρθανε η θαλασσα ητανε ο δρομος για τα καραβια , τη μερα καθρεφτης για τον ηλιο και τη νυχτα ελιωνε σ ' αυτη το φεγγαρι. Καποιες φορες φανταζοταν τα
συννεφα ν ' αρμενιζουν σαν αεροστατα και με κιτρινα σχοινια να ανασηκωνουν τις βαρκες , αιωρουμενα σκαρια κι ανθρωποι ομοιαζαν με φτερωτα .Τα ψαρια κολυμπουσαν κατα ζευγη , κι αλλη ωρα της μερας κατα σμηνη . Κατω στο βυθο βασιλευε το χταποδι κι
ο καβουρας στην αμμο ,Τα ματια του πλημμυρισαν απο φως κι η ψυχη του χαρηκε , που ολα αυτα ομοιαζαν με το ονειρο του , που εβλεπε συχνα .Μονο που στο ονειρο ο ηλιος ηταν κοκκινος , ο ουρανος πρασινος κι η θαλασσα κιτρινη και τα ψαρια τραγουδουσαν
, τραγουδοψαρα τα λεγανε .Απο μακρια φτανανε καραβια και
ξεφορτωνανε σιταρια και καλαμποκια , οι ναυτες τις νυχτες τα πινανε στα ταβερνεια και που και που ακουγοντανε και το γελιο καποιας γυναικας . Τα πρωινα σωροι στη προκυμαια τα ξεψαρωμενα διχτυα και στα βραχια εσκαζε το κυμα αφρους , ητανε η ωρα που δειπνουνε οι πετραλιθρες .Στο ονειρο και στη φαντασια ειναι το ιδιο, κι ολα θρεφοπυνε και αναστενουνε μεσα στη ζωη , κι αυτη
ειναι οπως πεταλουδα , που γυρευει ν ' ανταμωσει τις αλλες πεταλουδες .Εκλεισε τα ματια του κι εσυρε το μυαλο του σ' αλλες μερες , του ηρθε να διηγηθει ενα παραμυθι . Το παιδι τον ακολουθουσε κι εφευρισκε χιλιους κι ενα τροπους να του το διηγηθει . Αυτος καποια στιγμη αρχισε . μια φορα κι ενα καιρο
πανω στη γη ζουσανε μονο παιδια κι ειχανε μπαλες και παιζανε , γυρω κι ολοτριγυρω ανθιζανε οι παπαρουνες και παντου αγριομαργαριτες, ζωυφια ητανε πολλα και περισσοτερες απ' ολα οι μελισσες . Ο ηλιος ανεβαινε και κατεβαινε μεσα στα χρωματα και τα παιδια δεν κλαιγανε ουτε για τις μαναδες κι ουτε για τροφη .Εκεινος σταματησε το παραμυθι , το παιδι τον ρωτησε για τη συνεχεια . Αυτος του' δειξε αριστερα στο αλωνι , που παιζανε παιδια , ενα εστειλε ψηλα τη μπαλα στον ουρανο και πηρε τη θεση του ηλιου .Σταθηκανε να τους χαιρετησουν και καλεσαν το παιδι να τους κανει παρεα , αυτο ετρεξε κοντα τους κι οταν επεσε η μπαλα αρχισαν ξανα το παιχνιδι . Τους αποχαιρετησε κι εστριψε σ ' ενα δρομο , που κατηφοριζε μεσα στα περιβολια και στους κηπους . Το παιδι του ελειψε , γυρισε και το αναζητησε . Η τοποθεσια ηταν σπαρμενη στα λουλουδια και με πετρες στα σχηματα των
παιδιων .
Ετσι μονος πορευτηκε . Συναντησε το λαγο στον υπνο του , και το ζαρκαδι να πινει νερο . Ολη τη μερα ηταν αγκυρωμενος στον ουρανο ο ηλιος και τη νυχτα το φεγγαρι αυξανε και λιγοστευε . Με ανακατα
συναισθηματα κοιμονταν και ξυπνουσε . Οι ανθρωποι ειχανε κτισει πολιτειες και παλευανε να στησουνε τις κοινωνιες τους . Ολα τα εβλεπε κι ολα τα μαθαινε . Καμποσο καιρο τον φιλοξενησε ενας
γεροντας και του διηγηθηκε πολλα και τον εμαθε πολλα .Αυτος ο γεροντας εκανε σκαλισματα σε ξυλο και πετρα , ολα τα πουλια τα ειχε σκαλισμενα
και περιφανευονταν πως γνωριζε καθενους ξεχωριστα την ομιλια
, τοτε αρχιζε να ψελνει αργοσυρτα και σιγα - σιγα ο ο κοσμος θολωνε τον ουρανο και τα δεντρα γινονταν καμπαναρια , οι λοφοι κοσμουσαν τη κεφαλη τους με εκκλησακια , ασπρισμενα απο τους φτωχους και τους εσχατους . Και σε γιορτινες μερες τα κουδουνια των ζωων κωδουνοχτυπουσαν κι ο ηλιος κηροκολουσε την ατμοσφαιρα . Μιλησε στον γεροντα για το παιδι και ποσο τον πονουσε η αναμνηση του , εκεινος του ζητησε σημαδια του κορμιου και του τα 'δωσε . Τα συλλογιστηκε ολα αυτα και τη τριτη μερα τον φωναξε να τον συνοδευσει . Περπατουσανε εφτα μερες κι εφτα νυχτες και σαν γλυκανε ο καιρος και λαμπρυνε η μερα του ' δειξε τα παιδια . Αλλα απο αυτα ηταν μεγαλα κι αλλα ηταν μικροτερα , ειχανε και διαφορα ονοματα . Κωνσταντης , Γιαννακης ,Χρυσουλα , Νικος , , Μαρια , Ανδρονικος , Γιωργακης , κι αλλα . Και
τα μαλλια τους καστανα , σγουρα , ξανθα και μαυρα και τα ματια τους ειχανε χρωματα .'' Τα παιδια ειναι χρωματα '' ειπε ο γεροντας . '' Ετσι ειναι και του ανθρωπου η ζωη χρωματα , σαν σ' ολη του τη ζωη να ζωγραφιζεται και να ζωγραφιζει '' . Θυμηθηκε σαν ητανε κι αυτος μικρος τη καταπρασινη σαυρα στον ηλιο κι οταν πλησιασε πως
συρθηκε στο πρασινο χορταρι .'' Και τα παιδια μας σαν σαυρες ειναι ''
ξαναειπε . Του εξομολογηθηκε πως κι αυτος ειναι εκει αναμεσα στα παιδια , του εδειξε μαλιστα το πιο μικρο .Επειτα ανοιξε ο ουρανος κι επεσε το γαλαζιο και μοιραστηκε αναμεταξυ τους δικαια , μερικα το ταιριαξανε με το πρασινο στο χορταρι κι οταν φτιαξανε το κιτρινο το πεταξανε στον ουρανο για τον ηλιο , ετσι ευχαριστησανε τον ουρανο για το δωρο του . Εκεινος ειπε στον γεροντα πως κι αυτος πλαθει παραμυθια κι ιστοριες , και πως τωρα , που ξαναβρηκε το παιδι η καρδια του ησυχασε κι η ψυχη του εφρανθηκε σφοδρα .
Γυρισανε κι αφησε το γεροντα στο σπιτικο του . Οταν τον αποχαιρετησε του το ειπε κι αυτο τον συγκινησε και του ' φερε δακρυα στα ματια . πως θα ' ρθει μερα , που δεν θα βλεπει το φως της κι ωρα να μην ακουει τα πουλια κι ευχηθηκε ,σαν ερθει εκεινη η στιγμη να πεταξει ,να προφθασει μονο να λαξευσει ενα πουλι , που τον τυρανναει χρονια τωρα.
Οι ωρες κι οι καιροι τον φερανε σε παραξενα μερη , με παραξενα κι αγνωστα φυτα κι ητανε ν ' απορει πολυ και λυσεις να μη βρισκει στα πολλα ερωτηματα του . Παντα ομως ο ηλιος και ο ιδιος ουρανος , λιγοστο γαλαζιο . Τοτε ειναι , που χρειαζεται ο φιλος να ανταλλαξεις μια κουβεντα της καρδιας , μια λεξη να την πλεξεις μαζι με αλλες
λεξεις . Ομως παραξενη η χωρα κι οι λογισμοι παραξενοι κι ειναι σαν κατι να σου λειπει , τα χερια δεν εχει , που να τα απλωσεις
και που να τ' αφησεις .Του ηρθανε επιμονα στο μυαλο καποιες ζωγραφιες , που ειδε καποτε σ' ενα παλιο βιβλιο , με τον Πυργο της Βαβελ . θυμηθηκε οτι το παιδι καποτε του ' χε ζωγραφισει παρομοια .Σκεφτηκε πως μπορει να πραγματοποιουνται οι ιδεες των παιδιων , απομενει να αναζητησουμε τα εργα τους και να τα αναγνωρισουμε.
Ομοια κι απαραλαχτα οι ανθρωποι θα ξετελειωσουν , εκεινο ετσι γινεται απο παλια , ν ' αλλαξει δεν γινεται . θυμηθηκε τα λογια του γεροντα .Στους αστερισμους τη νυχτα πασχισε , στα σχεδια τους , ν ' αποκαλυψει τα εργα του..

[ τελος α ' μερους , αυριο η συνεχεια ]

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ο ΜεγαλοςΤραγουδιστηςΤακηςΚαρναβας[τραγουδα χωρις οργανα[α καπελα]σπανιο ντοκουμεντο]ΑφιερωμενοΕξαιρετικα[απο το 12ωροΝτοκυμαντερ''ΤακηςΚαρναβας'']

Ιτια [ Βαγγελης Κοκκωνης ,σολο κλαρινο ]ΑφιερωμενοΕξαιρετικα[απο το 12ωροΝτοκυμαντερ ''Τακης Καρναβας '' ]

Ο ΜεγαλοςΤραγουδιστηςΤακηςΚαρναβας[ποια σκυλα μανα το'λεγε]ΑφιερωμενοΕξαιρετικα[ΝεαΥορκη1989,απο το 12ωροΝτοκυμαντερ''ΤακηςΚαρναβας'']

ΠΑΡΑΜΥΘΙ δ ' [ απο τα ''12 Παραμυθια '' ]

Μια φορα κι ενα καιρο ενα ξενακι ξελογιαστηκε απο μια φαρμακια , γυναικα , που γνωριζε τα βοτανα και τα φαρμακα .Κι οπως στον κοσμο δεν ειχε αλλον να τον νοιαστει αποφασισε να την παρει στα μερη τα δικα του .Εκεινο τον καιρο εφανερωνε αλλη γνωμη η μαγισσα και τον ξεγελασε .
Οι συγγενεις αντιδρασανε για την ξενικια γυναικα και την αμοροζα , που εφερε . Και κεινης η καρδια τοτε μολυνθηκε και σκληρηνε .Απο το ξημερωμα ως το βραδυασμα της μερας ο αντρας της εκανε τις δουλειες των γεωργων .Εκεινη , λιγο καιρο αφοτου γεννησε τον Γιαννακο σχετισθηκε με αλλον αντρα και κρυφα τον ξαπλωνε στη
κλινη της .
Κι επερασαν οι χρονοι κι εγινε στην ηληκια ο Γιαννακος να πηγαινει στο σχολειο . Τα γραμματα του αρεσαν και τα αναγνωσματα στο ψαλτηρι .Κι οσο αυξανε σε γνωση τα εβλεπε τα γυρω του εξεταστικα .
Μια μερα υποκριθηκε ταχα πως κινησε για το σχολειο , μαζεψε τα μολυβδοκονδυλα του , τακτοποιησε τις φυλλαδες του οπως εκανε καθημερινα .Στον αλλο δρομο στην παρακατω ρουγα λοξοδρομησε και σαν τον καλογυμνασμενο γατο πηδηξε το τειχαλακι και κρυφτηκε μεσα στον κηπουλι .Σιμωσε και μπηκε σαν νυχτεριδα μεσ ' στο σπιτι , και στο μισοσκοταδο ειδε τη μανα του αγκαλιασμενη με τον ξενο αντρα κι εκλαψε πικρα . '' Μανα σκυλα θε να το μαρτυρησω του κυρη μου ταχια το ανομο τ ' αγκαλιασμα στον ξενο αντρα .''
'' Σωπασε , κακοριζικο , μην κακοθανατησεις '' του φωναξε η μανα του η φαρμακια . '' Μανα , το βραδυ , θα δεις στον κυρη '' . Ποτε τον αρπαξε στα χερια της , ποτε τον εσυρε στο αραχνο κελαρι , ποτε τον μακελλαρισε τον Γιαννακο η φονισσα , η παιδοφονισσα .
Κι υστερα τεμαχισε η ανομη μαγισσα το κορμι του παιδιου , αλλα κομματια πεταξε βορα των σκυλων , αλλα εσκαψε και τα παραχωσε στο χωμα κι απο πανω φυτεψε τα φαρμακοδεντρα της .
Οσα κομματια απομειναν , μαζι με τη γλωσσιτσα του παιδιου , τα μαγειρεψε φαγητο του αντρα της τ ' αποβραδυς να φαγει .
Εκεινη τη μερα ο ηλιος σαν ειδε το φονικο βιαστηκε τον δρομο του στον ουρανο ,θελησε να κρυψει τα ανομηματα και τη μερα
μικρηνε για το κακο , που εγινε .
Σαν γυρισε ο δυσμοιρος ο κυρης απ ' τα χωραφια , ζητησε ζεστο νερο για να πλυθει και ρουχα καθαρα ν ' αλλαξει . Σαν φρεσκοπλυθηκε και καθαροφορεσε γυρευσε τον Γιαννακη .'' Και που ' ναι ο Γιαννακης μου και που ' ναι ο Γιαννακος , τι βραδυασε κι ακομα να φανει στο σπιτι , το μοσχοαναθρεμενο μου , μην τ 'αργησε ο δασκαλος , μηνα στο δρομο αργοπορει σαν σπουργιτακι παιζοντας '' . '' Φαγε , αντρα
μου , και καπου θα ξομεινε να παιξει με τη μπαλα η ' ο δασκαλος το μαθητευει ακομα ''
Δεν αποστομωσε μπουκια στο στομα κι ομιλησε η γλωσσιτσα του παιδιου μ ' ανθρωπινη λαλια . '' Εγω , που τωρα ετοιμαζεσαι να φας , μια φορα βρισκομουνα στου Γιαννακου το στομα , γλυκοτραγουδα κι ελεγα τα παιδικα . Κι η μανα η σκυλα μ ' αποκοψε συριζα με το μαχαιρι να μην σωσω να μαρτυρησω το ανομο τ ' αγκαλιασμα
της ''. Εκεινος σαστισε σαν ακουσε , και σαν δευτερωσε και τριτωσε ο λογος τοτε εκεινος καταλαβε κι εθυμωσε καταβαθα , απο τα μαλλια την αρπαξε την σηκωσε στην γη την κατεβαζει και το μαχαιρι κοφτερο της εμπηξε στα φυλλοκαρδια .
Την αλλη μερα κι ολες τις αλλες μερες ,που ηρθαν ο Γιαννακης
δεν μαθητευσε στα γραμματα και στα σπουδαγματα , μητε τα παιχνιδια επαιξε .
'' Τα παιδια και τα μωρα τα πρωτα εισερχομενα στην αιωνια ζωη ''

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ο ΜεγαλοςΤραγουδιστηςΤακηςΚαρναβας[Σε ξενο χωμα περπατας,Αδερφια μην μαλωνεται]ΑφιερωμενοΕξαιρετικα]απο το 12ωροΝτοκυμαντερ''ΤακηςΚαρναβας'' ]

Καρνα

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΤΟΠΙΑ

Ο δρομος ανοιγε περασμα μεσα απ ' τις ελιες , καπου - καπου συναντουσε καποιο πευκο η ' καποιο κυπαρισσι .Δεν ειχε
φτασει ακομα ο καιρος για το μαζεμα του καρπου . Φυσηξε ξαφνικα , και τα φυλλα των δεντρων ριγησαν . Εκεινος ερριξε το βλεμμα του στο απεναντι βουνο , πηρε μια βαθεια ανασα , και σαν αναζωογονηθηκε αρκετα τραβηξε συλλογισμενος μεσ ' απ ' τα ερημα χωραφια εκεινη την ωρα .Στο μυαλο του συνεχεια τριγυρνουσαν τα παραξενα λογια του γεροντα, που συνοδευονταν την ιδια ακριβως στιγμη με τις κινησεις του δεξιου χεριου πανω στο χαρτι . Δεν γνωριζε , και μετανοιωσε , που δεν ρωτησε , αν ειχανε καποια σχεση με τα λογια .Το ξανασκεφτηκε .Πολυ αμφεβαλλε για την οποιαδηποτε αναλογια μεταξυ των . Η γυναικα τον περιμενε στο σπιτι. Στο τραπεζι εφερε το φαγητο να φανε . Φαγανε χωρις καμια κουβεντα . Οταν τελειωσαν τον ρωτησε μονο αν θα επλενε τωρα το κορμι του , να του ετοιμασει ζεστο νερο . Εκεινη σηκωθηκε χωρις να παρει καταφατικη η ' αρνητικη απαντηση .Την βρηκε στο μπανιο , με τον οβαλ καθρεφτη , στο θαμπο φως εκεινης της ωρας να σαπουνιζει τα ποδια της ως ψηλα πανω . .Φανηκε να ντραπηκε , που την κοιτουσε ο αντρας , ομως σαν να πηρε θαρρος του ζητησε να την βοηθησει .Στα χερια του η σαρκα της σκιρτησε ελαφρα . Συνεχιζε να την σαπουνιζει . Καθως μετακινηθηκε για να βολευτει καλυτερα η ματια του επεσε μεσα στον οβαλ καθρεφτη . Ειδε εκει μεσα μια γυναικα εξω ν ' απλωνει τα πλυμενα ρουχα στο τεντωμενο συρμα .Οταν τελειωσε την ακουσε να φωναζει το ονομα ενος παιδιου , μετα απο λιγο η φωνη της επανελαβε το ονομα . Περα , απο ενα οργωμενο χωραφι εφτασε η απαντηση , καθυστερημενη .Εσκυψε και της εδωσε ενα φιλι στο μαγουλο , και βγηκε απ ' το μπανιο . Την ακουσε ,που αντεδρασε μ 'ενα τρανταχτο γελιο .
Μπηκε στη κρεβατοκαμαρα, στο συρταρι , στο κομοδινο διπλα στο κρεβατι , αριστερα, βρηκε τη φωτογραφια.Τραβηγμενη παλια , κιτρινισε το χαρτι της .Ηταν σε νεαρη ηληκια , σχεδον παιδι , ακινητη , τα χερια κοκκαλωμενα στους μηρους , , το κεφαλι ανασηκωμενο λιγο ψηλα , κοιτουσε ευθεια , καθισμενη σε μια καπως ψηλη καρεκλα , ετσι που φαινονταν αστεια σ ' αυτη τη σταση , κι απο πισω ενα ασπρο σεντονι στο φοντο . Η μανα της δεν ειχε χρονο ν ' ασχοληθει μαζι της . Παρατημενη απ ' τον νομιμο συζυγο , μονη της καιρο, στο τελος τα ' φκιαξε μ ' εναν αλλο αντρα .Απο καποια σκορπια λογια , που της ξεφευγαν , μαντευε κανενας πως δεν την υπολογιζε καθολου , και πως πολυ συχνα την εξευτελιζε , Μια μερα δεν αντεξε ,ξεσπασε , τα μαρτυρησε ολα , στις βρισιες του πουτανα την ανεβαζε , πουτανα την κατεβαζε . Καποτε την ειχε για ενα εξαμηνο παρατημενη .
Εκεινη κλειστηκε στο δωματιο της , και δεν ηθελε να βλεπει κανεναν .Σαν ξαναφανηκε , τον συγχωρεσε , λενε , και πως ουτε παραπονα του ' κανε , ουτε και ρωτησε γιατι χαθηκε τοσο καιρο .
Εκεινος απο μονος του της πεταξε , πως την ειχε βαρεθει και πως πηγε μ ' αλλη γυναικα . Της ηρθε να τον βρισει , ομως συγκρατησε τον εαυτο της , τον ρωτησε τι φαγητο ηθελε να του μαγειρεψει .
Μεσα στο συρταρι δεν βρηκε τιποτα αλλο . Το εκλεισε και την περιμενε.
Εκεινη βγηκε απ ' το μπανιο και μπηκε στο δωματιο . Ξαπλωσε στο κρεβατι. Την εβρισκε ομορφη και της το ' πε .Της αρεσε , χαμογελασε γλυκα.
Εκεινος σηκωθηκε , βγηκε εξω στον κηπο , ειχε ηδη νυχτωσει . Περιπλανηθηκε ασκοπα για αρκετη ωρα . Οταν αποφασισε να μπει μεσα στο σπιτι το φεγγαρι ηταν ψηλα στον οριζοντα , πανω απο τις κορυφες των δεντρων .
Ξαπλωσε διπλα της , την αγγιξε , το σωμα της ηταν ζεστο , σαν κατι να καταλαβε και πηγε να ξυπνησει . Της χαι'δεψε την πλατη οπως ηταν γυρισμενη . Πολυ ωρα . Ξυπνησε . Γυρισε το κεφαλι της προς το μερος του , δεν ξαφνιαστηκε , τον αναγνωρισε στο θαμπο φως , του φεγγαριου , που εμπενε στο δωματιο απο ενα μικρο παραθυρο .Τον ρωτησε , στη φωνη της προσπαθησε να δειξει ενδιαφερον , ποτε γυρισε , αν ειχε φερει το δωρο , που της ειχε ταξει.
Απο το μεσημερι ειχε εδω , της ειπε . Εκεινη φανηκε να μην καταλαβαινει , εκεινος δεν μπηκε στον κοπο να της εξηγησει .
Αποτομα την ρωτησε . Εκεινη , αληθεια , στη φωτογραφια τι την ειχε ; Ποια ; Εγυρε στο πλαι' , ανοιξε το συρταρι , εσυρε εξω τη φωτογραφια , της την εδειξε .'' Αυτη '' . Την πηρε στα χερια της , την κοιταξε , την εφερε προς το φως να τη δει καλυτερα . '' Πρωτη φορα τη βλεπω '' του ειπε και του την εδωσε πισω . Εκεινος την εβαλε παλι στο συρταρι και το εκλεισε . Γυρισε και την κοιταξε . Δεν αντεδρασε. Απορουσε , που αγνοουσε την υπαρξη της . Της το 'πε . Επεμενε . Εκεινη δεχτηκε να κουβεντιασουν . Δεν ηταν απο περιεργεια , που ηθελε να ξερει. Αλλαζοντας ξαφνικα θεμα τον πληροφορησε πως ειχε πανω απο μηνα να κοιμηθει με αντρα .Εκανε πως δεν τον εμοιαζε .Περασε το χερι του στη μεση της , την αγκαλιασε , της ειπε πως ειχε παχυνει απο τοτε . Την ακουσε να γελαει . Σταματησε . Μετα απο λιγο ξαναγελασε .Μεσα της πιστευε πως θα επεφτε στη παγιδα , που του ειχε στησει . Εκεινος πηγε να τραβηχτει απο κοντα της . Κρατησε το χερι του να μην το απομακρυνει.Καποια στιγμη απο το μυαλο της
περασε σαν αστραπη η ιδεα να του πει ολοκληρη την ιστορια ,
χωρις να κρυψει το παραμικρο . Αρχισε να διηγηται , στην αρχη
διστακτικα αρθρωνε τις λεξεις, σταδιακα ομως διορθωθηκε και
αφηγηθηκε με πληροτητα. Υπολογιζε πως την ακουγε με ενδιαφερον , εκεινος αφου την παρατησε αποτομα , ανοιξε το συρταρι και τραβηξε απο μεσα την φωτογραφια , της την πεταξε , και κοιτωντας την επιμονα στα ματια ρωτησε με σταθερη φωνη να του πει ποια ειναι .

Ο Μεγαλος Τραγουδιστης Τακης Καρναβας [ Φιλοι καλοι γιατι σκορπισατε ]Αφιερωμενο Εξαιτερικα [απο το 12ωρο Ντοκυμαντερ ''Τακης Καρναβας '' ]

ΑΝΤΙ - [ ΛΟΓΗ ] - ΣΤΙΞΗ [ ε ' ] , [ β ' ]

ΤΖΙΟΤΟ

Εγω , και η μουσικη
περα στη θαλασσα
χταποδι στη στερια
η οραση της φωνης
πιασμενη περασμενη
μνημη των λοφων
ακουω
ακουσα τη δεηση
στον χθονιο ανθρωπο
η αρχικη ερωτηση
των αρχαιων
εγραφα την αλφαβητο ταπεινα
περιεγραψα το μεσημερι στον ισκιο
της μουριας και η στερνα αντηχουσε
η γυναικα χορευε στο χρωμα
ο ηλιος
πεταλουδα . τιποτα . οι
προσφυγες φυγαν χθες
ο γεροντας μονολογησε . στην ακρογυαλια
μαζευαν τα σχοινια θαρρω
καθρεφτισμα της πουλιας στο
ποδι της
εσωτερικο με γλαστρα
απογευμα Παρασκευη
το παιδι απο τα μερη της Αιολιας στο λαβυρινθο .
ζει'μπεκικο
Το σταφυλι στη σκαλα
απο νωρις μαζευτηκαν τα χελιδονια
στην αμμο αστεριες
ας υποθεσουμε την αληθεια τριγυρναμε
στη σκεψη ιστιοφορα
ας υποθεσουμε την αληθεια τριγυρναμε
στη σκεψη ιστιοφορα
θυμησου , η ματια στην αμυγδαλια
ολη τη μερα σκονισμενη η ψυχη της
δρομοι των ανθρωπων , που νικηθηκαν
σκυλια , που γαυγιζαν
ενω οι προσφυγες λυναν
τα σχοινια
'' η χυδαιοτητα εξαπλωθηκε ''
μου ' πε ο γεροντας στην ακρογυαλια
Stop . Κατερευσε ο θολος στον Αγιο Φραγκισκο της
Ασιζης

να ρωτησω για τον Τζιοτο

η πρωτη ιδεα της ομορφιας

στο βραχο
ο Προμηθεας στο βραχο ο
Προμηθεας στο βραχο
ο Προμηθεας στο βραχο σαν παραμυθι ο
Προμηθεας
'' η ομορφια εξαπλωνεται ''
συνεχισε στην ακρογυαλια ο γεροντας

επειτα σκεφτηκε τον Τζιοτο
και τη νυχτα ονειρευτηκα τη
γυναικα


ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΙΗΣΗ

απαλο / απαλο σωμα
σωμα / στομα
- αντιμετωπη -
[ περασμενη ] / εξαπατας
- αντιμετωπη -
χαρουμενο
μελισσι
[ περιτριγυρω ]
ανεμος
ανεμος
περασμενη / ανεμος / ατροφικοι
ανεμος / υακινθος . υακινθος .
ανεμος / ακους .
ανεμος / ακους .
ανεμος / ακους .
Εξοχη
Μη .
Αλαλη
ο/ο /ο/ο/πλησιαζει το στομα/χαμηλο χαμηλο χαμηλο
τ/τ /τ /τ /
α/α/α/α/ Απροσμενη
ρ/ρ/ρ/ρ/
ο/ο/ο/ο/ υποψια
υποψια
Μια / Αναμενει
ξεχασμενη / φωτεινη
Ομιχλη / υπεροψια /μηπως / Αντιπερα οχθη

φωτο - γραφη / αστρο - φεγγια
ανεβαινει
Απειρη / εφτασε
Ομορφη / αν και / υπεροπτικη
η ' και / αγλωσση
η Εργανη Αθηνα / παρθενα
μην αναλωνεις το νου
αναδρομη [ στη ] στο χρωμα
μεταμορφωση
υπαινιγμος / σκλαβοι . σαφηνεια
εξαπατας
αντιμετωπη / καλλιτεχνια

ΑΝΤΙ - [ ΛΟΓΗ ] - ΣΤΙΞΗ [ δ ' ]

ΑΧΙΛΗΟΣ ΤΕ ΟΔΥΣΣΗΟΣ ΑΧΑΙΟΙΣΙ

Ο ηλιος εβασιλεψε
εικονες πανω στο πανι
αγριοπαπιες σε λουλακι λιμνη
Κιρκη ,
Κιρκη , τιποτα αλλο στον οριζοντα
Παραξενευτηκα
ενας τυφλος γερος στη θαλασσα της Ιωνιας
σαν να ηξερε
ρωτησε με χαμηλη φωνη . Απο που ;
ανανθρος ηχος
μια πολιτεια τη νυχτα
οι πλεξουδες της στον ωμο / '' προς τι ; '' συλλογιστηκε
στο τριανταφυλλενιο δερμα
αρωματα
σκινα
καρυδια
μια δοξαρια
παντων των ανθρωπων ονομαστος
μελι ανθομελο
αγρια ελαφια / το δερμα ηταν ζεστο
βυζαντινη εικων / φωνη φλογερας
θρυψαλα / στην αλλη οχθη του ποταμου
προς το κοκκινο / γυρευα να θυμηθω

λεξεις ακατεργαστες λεξεις ακατεργαστες λεξεις ακατεργαστες
λεξεις ακατεργαστες λεξεις ακατεργαστες λεξεις ακατεργαστες

προς το κοκκινο

παντων των ανθρωπων ονομαστος
ο γεροντας στη θαλασσα της Ιωνιας
Απο που ;
Απο που ; / Κυρηνεια , επιλαθητωμι η γλωσσα μου

Κιρκη / αγριοπαπια

απο νοστου εικονες
Αη - Γιωργης Καραι'σκακης Αχιληος
Αη - Γιαννης Μακρυγιαννης Οδυσσηος

ο ηλιος εβασιλεψε , Ελληνα μου

στη θαλασσα της Ιωνιας

ΑΝΤΙ - [ ΛΟΓΗ ] - ΣΤΙΞΗ [ γ ' ]

ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ ΤΕ ΣΧΕΔΙΑ

Καδμου θυγατηρ , καλλισσφηρος Ινω
Λευκοθεη
Μεναχμος
ευχαν
Ηρακλει
η λαξευθησα γλωσσα μου ,γλυπτικη φερουσα βουκρανια
La pouvoir local . Acarnania , Etolia
η Συνελευση του Κοινου
η Βουλη / 146 π.χ Υπο Ρωμαι'κην κυριαρχιαν
οι Κοινοι Αρχοντες /κοχυλοφορα ολοκληρη η δυτικη παραλια
ο Στρατηγος
ο Ιππαρχος / η λυκαινα η θηλαζουσα τον Ρωμυλον
ο Ναυαρχος / και τον Ρωμον στη νησιδα , οια τε πολλα
ο Προμνημωμ / τρεφει κλυτυς Αμφιτριτη
Εγω ειμαι απο την Μορφου
απο την Μορφου / αγχιβαθης δε θαλασσα
μετα απο μερικες τετριμμενες ερωτησεις / Κυπριδα
η γυμνη γυναικα . εδω στον καναπε
ισως για να τη πουλησει σε αλλους
Αρχισε να διηγηται μια πολυπλοκη ιστορια

το νεο του εκλυτου βιου
Οφειλε να ειναι μια διαφερετικη γυναικα

'' Συμπολιτες / προσθεσε με γλυκεια φωνη
το φεγγαροφωτο . τα μικροσκοπικα
κοκκινα λουλουδια


μου ομολογησε πως ειχε σκοτωσει
τον αντρα της
... και θα νοιωθεις βαθια μοναξια
το κεχριμπαρενιο κορμι της στα
καλυτερα μπαρ της πολης . '' Φαινεται γυναικα με σπανια λαγνεια ''
/ εροχθει γαρ μεγα κυμα ποτι ξερον ηπειραιο
δεινον ερευγομενον , ειλυτο δε πανθ' αλος αχνη
διασπαρτη απο λιθινα πελεκητα εργαλεια
κατα τη Βουρμιο περιοδο
Δυριεων εθνος Ακαρνανων / πεπλοφορα Κουρη Αρτεμιδα /
κομη βοστρυχωτη
δεμενη με
πλατια ταινια
κλινει ελαφρια προς
τα δεξια

κεφαλη , ητις ητο ιδιαιτερως ειργασμενη
το περιγραμμα του σωματος το στηθος και η κοιλια
και οι γλουτοι κατα την γε -
ωμετρικην
αποδοσιν

τι τουτοις παντας
[ α ] ρχοντες των Αιτωλων
των Ρωμαιων τοις Αιτωλοις
και μερικα απο τα αγαπημενα φορεματα
και πηρε τα ρουμπινια
αλλα η ψυχη του ηταν μολυσμενη , διεφθαρμενη
τα μαγουλα της κοκκινισαν
που ακουει τα πεταλα να πεφτουν στο χιονι
Τι της εκανες της κορης μου ; ειδε τη γυμνη γυναικα πανω
στο κρεβατι

αν η γυναικα αυτη εχει γινει μητερα

η επιδερμιδα ειναι λεια / ηθελε να βαλει πρωτα τα εσωρουχα της

η ραχη και οι γλουτοι

η ακρη του λαιμου

Βρισκουμε μια γυμνη γυναικα /
ηθελε να βαλει πρωτα τα εσωρουχα της
και τα λεπτα εσωρουχα που φορανε
Τα αποκρυφα της γυναικας μπορουν να εκτεθουν σε κοινη θεα
ριχνοντας ενα ανθος γιασεμιου
η ακτινοβολια του χιονιου / Ακουσε τη γλυκεια φωνη
τοις αρα μυθων ηρχε Καλυψω , δια θεαων

'' Διογενες
πολεις δ ' Ακαρνανων / Στρατος , Οινιαδαι , Μητροπολις ,
Σαυρια , Μαραθος , Αλυζια , Παλαιρος , Σολλιον , Κοροντα ,
Φοιτειαι , Δυριεων πολις , Μεδεων , Αμφιλοχιον Αργος ,
Ηρακλεια , Ολπαι , Εχινος , Αστακος , Ευριπος , Τορυβεια ,
Λιμναια , Κρηναι , Ανακτοριον , Ιδομενη , Θυρρειον , Φοκρεαι
ιχθεις και πτηνα
εικονιζει φυτον η ' πτηνον
κορμος γυμνης γυναικος
κορμος γυμνου

στις δυτικες οχθες του Ιονιου / Βερινα

εγχρωμα οστρακα αιδοιου
υγραμενο σπηλαιο
αιδοιο οψιανου
Αρτεμιτι Αγροτερα
κυναγων
σε διαβεβαιωνω ειναι καλογνωμος ο νους μου
μ ' ολο το ποθο της γυναικας
μιλουσε με τα πιο χυδαια λογια
ο γερος της θαλασσας .
ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας

ειναι τα λογια / ειναι τα λογια

η ποιηση

η ποιηση

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Ο Μεγαλος Τραγουδιστης Τακης Καρναβας [ στης Αρκαδιας τον πλατανο την Ελενη ] Αφιερωμενο Εξαιρετικα [ απο το 12ωρο Ντοκυμαντερ ''Τακης Καρναβας'']

ΑΝΤΙ - [ ΛΟΓΗ ] - ΣΤΙΞΗ [ α ' ]

ΜΕΤΑ - ΑΡΧΑΙΚΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

την προς Γαλατας
στα πρακτικα των Συνελευσεων της Συμπολιτειας

ενα υπεροχο αισθημα
στη γλυκυτητα του μηλου
εντρομη
ακροβατει κιτρινη
αν η αληθεια στη γλωσσα μας πραχτηκε ποτε
τη δουλει'α σιχαθηκε δυσβασταχτη
στην ομορφια εδωσε το σωμα της
κρατησε
ουτε μια ωρα απο το μπορντελο δεν ελειψε χρονια
την προς Γαλατας
στα πρακτικα των Συνελευσεων της Συμπολιτειας
και το αρχαιο Αγρινιο

μην αναζητεις το σωμα μου
το σωμα μου
η γυναικα που ποθησες ειναι η πουτανα
σκληρη συνομιλια

κατα τη ναυμαχια του Ακτιου [ μονο η Καλυδων και τμημα της ]

των σωζωμενων μετοπων του Θερμου
ενω στην αρχαια Σαυρια
ενω οι Ακαρνανες με τον Φιλιππο
ο δε πιναξ ιερος εστω τας Αρτεμιδος
Λαφριας
νευρωμενη
ερωμενη

η γλωσσα μου / η γλωσσα μου αιδοιομαινομενη
η γλωσσα μου
φωνηεντοπληκτη
ουτοπια
Αστακηνου Κουρειου Διος Λαφρια Αρτεμιδα
πουτανα στην Αθηνα Ζηνωνος
Λαφρια
Δοξα σοι .

Ο Μεγαλος Τραγουδιστης Τακης Καρναβας [Ειδα στον υπνο μου εψες τη μανα τη δικια μου ] Αφιερωμενο Εξαιρετικα[απο το 12ωρο Ντοκυμαντερ''Τακης Καρναβας']

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ [ Ι -IX ] α '


Ι

ορθρινο γαλαζιο
παιδευω τη
μνημη
αχλυ του περι-
στεριου ξασπρισμα / μυρωδικο
σπορεας ο
βορηας η
νοτια βαρκαρης
δροσοσταλια
η ' δροσοσταλιδα η ' αλλιως σταλαγ-
ματια
υπαιθρια λιχνισματα
της φωνης
φωτερη

η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε
σαν απεκτησε τη γνωση
εκεινη τη μερα το παιδι στην
ακρογυαλια χαζευε τις πετρες
ας ηταν
το ονειρο
ας ηταν
η γλωσσα

ΙΙ

Τη μερα εκεινη ο Αιαντας
σιχαθηκε τη πονηρια

μηπως ο ανεμος
σταματησε ;

τη μερα εκεινη ο Αιαντας

στη μουσικη η ακοη μελωδιζεται
ως η αηδονα την ανοιξη
τη μερα
εκεινη ο Αιαντας κινησε κατα τον αιγιαλο

παρα θιν αλος
σωσον Κυριε


μην εισεινεγγεις ημας εις πειρασμους

η πληγη ανοιγμενη στο κυμα

η κραυγη καταξεσχισμενη στα δεντρα

ωρα μεσημερι

ΙΙΙ

μασκα χρυση
Ασινην τε ...
η πρασινη μορφη
παπια στο θυμαρι
που πανε οι λεξεις ;
το πληρωμα στο σκαφος
κακοφορμισμενο απο τα
βασανα , η πανσεληνος
κρεμασμενη στο
καταρτι η θαλασσα
θα τελειωσει
το πρωι
αδραχτι ο ουρανος
στη βροχη
οληνυχτα η πυγολαμπιδα



αυριο
μασκα χρυση

στο ονειρο του Αχιλλεα
η θαλασσα
στη Σκυρο

IV

συν γυναιξι και τεκνοις
ο γεροντας
επεζοπορισε
... αν αναληφτουμε ...

μετα
πλησιον της ανατολης

η συκια
εριχνε τον κωνικο της ισκιο


το μαχαιρι εκοβε το ψωμι φετες

γυρισε απο το κουβαλημα της πετρας

το βραδυ αντι της σεληνης τα συννεφα




εδοξαρισε τη λυρα

... αφες αυτοις ...

V

η μελισσα γυρισε
γραμμη ο οριζοντας

κι η βαρκα στις καλαμιες
προπαντος να μη χασουμε τις Πλεια-
δες
ρωτησε

πριν δυο χρονια

'' η - γλωσσα - ειναι - μεταφυσικη ''

βηματα στο παγο
υγραμενο γαλαζιο
την αλλη μερα
οι γλαροι
σαν κοκκαλα του ξιφια



στο φως

VI

μου αφηγηθηκε για τη συνωμοσια
απο την αρχη ως το αισχυντο τελος

καποτε συνεχιζε ετσι

ολα τα σχεδια του πιανου , με γυρισμενη
τη πλατη επαιζε

καποτε σταματουσε

VII

στο τεμπλο αριστερα η εικονα του Ιωαννη
του Χρωματιστη [ του εποναζομενου Τσαρουχη ]
εορταζοντος την ογδοην του μηνος Απριλιου

στη θαλασσα βυθιστηκε το περιστερι
ασπρο εσκασε το κυμα στην ακτη
ο Γκαιτε ειχε δικιο


Το χρωμα στο λογο δεν ειναι το χρωμα


Το ποδι φτερουγισε απαλα στον αστραγαλο

λευκο
λευκο




λευκο

IIX

σε ενα φιλμ του Γκονταρ , το βιολι ανθιζε
κατω απο το φεγγαρι

ακουσαμε την ιαχη . '' Ιτε παιδες Ελληνων ''

ως το ξημερωμα διηγοταν κι επειτα
κοντα στο ξημερωμα αποκοιμηθηκε

καπως με βοηθησε η γλωσσα

IX

περι - φερει
φερει
περι - φερει
περι - στοιχιζαν
ο στιχος . η ανασα μυρωδισμενη
ωδη του κυκνου ιπταμενη
απτη
η αφη της συν - ουσιας

συν - ειναι
ειναι -

η μερα το μεσημερι

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ [ Χ - ΧΙΙΧ] β'

Χ
αργοπορει

το και'κι με τον Φιλοκτητη δεν γυρισε
ακομη , εδω και δυο μερονυχτα

τα τσαμπια στη κληματαρια αρχισαν να ροδιζουν
και τα μηλα στα μαγουλα κοκκινισαν

οταν ο Οδυσσεας τον αντικρυσε αυτος σαπιζε

η συκια μεστη απο συκα , η ελια
καρπιζοταν
'' Οντας ελευθερωσουμε τα μερη τα
ελληνικα τοτε θα αναπαει η ψυχη μας ''

η ροδια ανοιγε τα ροδια της

αργοπορει

το και'κι με τον Φιλοκτητη ποντο-
πορευει , αυριο το πρωι' θα δεσουν τα σκαρια
στα ντοκα

οταν τον αντικρυσαν αυτος σαπιζε

ενα σμηνος απο πεταλουδες η τυραγνισμε-
νη ψυχη του

ΧΙ

εκει εδρασε η ομιχλη

στη νοσταλγια του υφους
αποηχοι της μουσικης

ΧΙΙ

ποτε δεν εξιστορησε , μονο καποτε-
καποτε εξωραι'ζε τα γεγονοτα

απο το μεσιανο καταρτι κρεμαστηκε ο
ναυτης , μερες μπεκρουλιαζε στο πορτο
αφου

στο κυμα ξαπλωσε λεκιασμενος ο αγαπη-
μενος γλαρος
αυριο θα γυροφερνουν τη ψυχη τους περα
κατα τους ελαιωνες

Μνησθητι μοι ...

ΧΙΙΙ

λαλουντα πευκα τεχνηεντα

μια αυτοβιογραφικη αφηγηση . του αρεσαν
τα τριανταφυλλα , ως τριανταφυλλο η παρεια

οι σπουδες για το διδακτορικο , στη
μπυραρια οι γυμνες γκαρσονες

Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα
και ενα ονομα ακομα , που δεν θυμαμαι

α . Μαρια η' Κατερινα

ενρινη η φωνη μου

η απασχοληση των μαυρων στη
γεωργια

οξινη η φωνη μου

λαλουντα τεχνηεντα . ο ανθρω-

πος

XIV

μπορει κανεις να μιλησει για ενα μεγα-
λο μετασχηματισμο

θεωρηθηκε ως ο νεος μηχανισμος της εποχης

η φρουτιερα περιεχει λογης - λογης φρουτα
μηλα
ροδακινα
σταφυλια συκα αναναδες
αχλαδια κερασια
και κεινα τα βερυκοκα που

του αρεσουν

XV

η θαλασσα παρορμησε το ονειρο
η ηθικη απαισχυντα κατακρεουργηθηκε

αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες του
δασους
η γλωσσα των οριακων
περιορισμων , με ωμη συντεχνιακη
λογικη
αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες
του δασους . η θαλασσα παρεμεινε στο
ονειρο . μια κοινωνια λιγοτερο κενη



στο λαγκαδι η αγριοπεριστερα
λαγοκοιμονταν
η παχνη αποκρυσταλλωνονταν στον
ηλιο



εν τω μεταξυ παραιτηθηκε
απο την εδρα του στο Πριντσετον

XVI

ευοιωνη απουσια της μνημης

στο μπλοκο μαζεψαν τον αδερφο του

XVII

... και μια ερμηνευτικη εγκυκλιος , στην
ερημο ζει με την προσευχη , δειπνιζοντας με
ακριδες , ...
στο σχημα της κιθαρας η νοτα
σε ηχο πλαγιο του δελτα
ξυλοπελεκημενη
στο χρωμα του πρασινου η χλοη
σε βαθυ αναγλυφο
ορθοπαχνισμενη
στη μυρωδια του γιασεμιου το γιασεμι
σε πορσελανη
πλην ενος , ολοι χαθηκαν , στα
ελη τους περιμεναν οι αρρωστειες , και τους
αποδεκατισε η πεινα και οι κακουχιες . Κανεις
δεν τον πιστευε , οταν τον ακολουθησαν αδιαφο-
ροι το θεαμα , που αντικρυσαν εμπρος στους οφθαλ-
μους των τους συνεταραξε λιαν σφοδρα , εκλα-
ψαν πικρα γι ' αυτο
στο σχημα του χεριου το αλετρι
στο σιδερο
στη κοιλοτητα του στοματος μου η
φωνη μου , η γλωσσα μου αρπισμενη
στα λογια

XIIX

Το ονειρο
ας ειναι
η γλωσσα
η σαυρα στη σεληνη ακορντιζε
τη φωνη της
μυρωδικη δροσοσταλιδα , σπορεας ο
βορηας και τοτε το παιδι σκεφτηκε . '' το πραγ-
ματικο δεν μπορει να ταξινομηθει''

κατα μια ορισμενη εννοια ανθισε η
αμυγδαλια
αραδιασε τις κιτρινες καρεκλες , το κεντη-
το τραπεζομαντηλο στρωθηκε
η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε σαν απεκτησε
τη γνωση εκεινη τη μερα το παιδι στην ακρο=
γυαλια χαζευε τις πετρες τα κοκκαλα του
ξιφια ασπριζαν
λευκο φτερο στον αστραγαλο και το ιστιο -
φορο ποντοπορευει λευκο φτερο
ο Δαιδαλος μαζεψε το κουφαρι
του Ικαρου , και προς τιμην του εγιναν αγω-
νες αθλητικοι μερες δωδεκα



η γλωσσα , ακριβως , ειναι ενα φαινομενο της αν-
θρωπινης ζωης / το ονειρο

O Μεγαλος Τραγουδιστης Τακης Καρναβας [ Χρυσε μ ' αητε ] Αφιερωμενο Εξαιρετικα [ απο το 12ωρο Ντοκυμαντερ '' Τακης Καρναβας '' ]

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ

εφερε ο ανεμος των αρωματων τα χιλια δωρα
και τα μυρωδιστικα τρεις χιλιαδες.
Πεπλοφορα της αυγης και της δυσης ,
αφουγκραστηκες στου κοχυλιου τ ' αυτι
της θαλασσας τον ηχο .
-Χρη λεγειν τοιαυτα παρ ' ανθρωποις ηδυστα ,
ηραμαν μεν εγω σεθεν .


το πρασινο της χλοης ανεβαινε στους χαμηλους λοφους , και διασπαρτα οικηματα σημειωναν τις θεσεις των ανθρωπων .
Την ωρα , που η ασπραδα των χεριων , παρανομαζομενη ως του γαλακτος , εσχηματιζε στον αερα τις χειρονομιες των πουλιων.
- Ουδ ' αναθηλησει ξυλον πλεον ετερον ανθος κουριης εκεινης .


το ψαρι με το ασημι του φεγγαριου ευργετηθηκε στη ραχη του
και συ με τα αρπισματα του ηλιου στα μαλλια σου . Ειδα
την περδικα στο πετρωτο του ορους και θαυμασα σφοδρα .
- Απαλυνον με των αμαρτιων εις το μακρος των ημερων σου .



η περισπωμενη των φρυδιων , οι τελειες της μυτης ,
το ομικρον των οφθαλμων ,
το τμημα σφαιρας που' ναι η κοιλια ,
και των μηρων οι κυλινδροι .
-Σοι δε χειρας εθηκας γλαφοιρησιν κορφοις σης αλοχου
αντιθεης και διηλθες παντι καλω τε καγαθω ηδυστα .


οπως το διαμαντι βγαινει λαμπερο
απ ' τον μαυρο ανθρακα ,
κι οπως λουστηκες την αρμυρα
ωραιοτητα
- Επειδα θαμβησεν ιδων καλλιπαροιαν κεκοσμημενην μεγαλη
στολην ωδησεν ωσει αηδων ημερας επτα ./


τον μηρον το μαρμαρον ομοιαζε . και
κοκκινα και πορτοκαλενια πλαι' στα
φτερουγισματα της ανασας .
ματια' , που επεστρεψε κι εξαισια στο
πλουτος της .
- Εν τοις εμοις οφθαλμοις ειδον ευυκομον γενος ανθρωπων
δαμνομενον ποθου .


σαν η περιστερα του περιστεριωνα ,
η δε κιτρινη πεταλουδα στ ' ανθη
του αγρου ,
κρινο στους βραχους .
-Πολυ φαινεαι γελως περι καλλον στομα θυγατρος εσθλης τε
και λευκης τω χρωτι .



γοργα αλογα τα κυματα
γαλαζιο φως , η θαλασσα πολυφλοισβοια
στα τραγουδια , την Κυπριδα
ομοια .
-Ουδεν τι σε χρη ει μην ακουσης μηλιτοιο επος παρ ' ερκος
οδοντων παλευκης φιλης .