Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

LITTERATURE[-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ]-NARRATIONS [STORIES ] OF FANTASTIC LITTERATURE- [20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ]-Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ[C.N.COUVELIS]

.
.
LITTERATURE[ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ]
20 NARRATIONS [STORIES ] OF FANTASTIC LITTERATURE
[20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ]
Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ [C.N.COUVELIS]
.
.
.
.
.


.
.

.
.
20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ
.
.


.
.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
ΑΝΑΠΤΥΧΩΣΗ-
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ-
ΕΓΚΛΕΙΣΤΗ  ΑΦΗΓΗΣΗ-
Η ΔΙΑΣΤΟΛΗ-
Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ-
Η ΜΟΥΣΙΚΗ-
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ-
Ο ΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ-
Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ-
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ-
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ-
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ-
Ο ΑΘΑΝΑΤΟΣ-
ΑΥΤΟ,ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ[Η/ΤΗΝ] ΕΙΚΟΝΑ ΕΚΕΙ-
ΔΙΠΛΟ  ΟΝΕΙΡΟ-
Η ΑΠΟΥΣΙΑ[Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ]-
Η ΜΑΣΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ,ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ-
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ-
Η ΑΝΑΦΟΡΑ-
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
.
paintings by c.n.couvelis[χ.ν.κουβελης]
.
.
.
ΑΝΑΠΤΥΧΩΣΗ
.
.
Η ζωη της εδω και χρονια κατεστραμενη.Παντρευ-
τηκε απο συμφερον.Τα παιδια εχουν μεγαλωσει κι
εφυγαν .Τελευταια δεν υπηρχε φιλικο προσωπο
ν'ανταλλαξει μαζυ του μια τυπικη κουβεντα.Τα
πρωινα ψωνιζε,γυριζε σπιτι και μαγειρευε,τα με-
σημερια κοιμονταν μεχρι τ'απογευμα.Ο υπνος της
ηταν ταραγμενος,παντα εβλεπε τον ιδιο εφιαλτη.
Ενα τεραστιο αδειο δωματιο,και στην αλλη ακρη
του χτυπουσε ενα τηλεφωνο εκκοφαντικα.Ετρεχε
να το σηκωσει,μολις σηκωνε το ακουστικο εκλει-
νε.Ξαφνικα βρισκονταν σ'ενα χωρο γεματο κα-
θρεφτες , σ'αυτους εβλεπε τα ειδωλα διαφορων
ανθρωπων, οι περισσοτεροι αγνωστοι,σε διαρκη
κινηση.Καποιος μεσ'άπ'αυτο το πληθος της εγνε-
φε,κατι της ελεγε,ομως δεν τ' ακουγε.Εκει ,σ'ε-
κεινο το σημειο του εφιαλτη ξυπνουσε,ανησυχη,
τυλιγμενη στον ιδρωτα.
Εκεινο το απογευμα την ξυπνησε το κουδουνι-
σμα του τηλεφωνου.Δεν κουνηθηκε,το τηλεφωνο
σταματησε,μετα απο λιγο επεμενε.Αναγκασθηκε
να σηκωσει το ακουστικο.Ειπε ''Εμπρος''.Απο την
αλλη μερια της γραμμης μια αγνωστη φωνη της
αποκριθηκε:οτι αποψε το βραδυ θα τη σκοτωσει,
κι αποτομα εκλεισε.Εκεινη ταραχτηκε,οταν συ-
νηλθε κατεβασε το ακουστικο,και ξαπλωσε στον
καναπε.Σκεφτονταν πως στη ζωη της δεν ειχε
ποτε αποκτησει εχθρους..Ισως καποιος κακοηθης
εκανε φαρσα.Ομως η φωνη του αντρα ,που ακου-
σε ηταν αποφασιστικη,κοφτη και σκληρη.
Απο το παραθυρο ειδε εξω να νυχτωνει.Ενιωσε
το κορμι της να τρεμει.Ετρεξε κι εκλεισε ολα τα
παραθυρα και τ'ασφαλισε απο μεσα,επισης την
πορτα στο μπαλκονι και την πορτα της εισοδου.
Μεσα στο σκοταδι,δε τολμησε ν'ανοιξει φως.
Εκει στην απομερη συνοικια που ζουσε,στην
ερημια,υπηρχε ησυχια,κανενας εξωτερικος
θορυβος,καπου -καπου ακουγονταν η φωνη
καποιου σκυλου ,μακρυα.Περασε πολυ ωρα
,ισως η αιωνιοτητα,χωρις κατι να συμβει .Αν-
ναρωτηθηκε αν αυτο που συνεβαινε ηταν
στη πραγματικοτητα η ' στη φαντασια της.
Καποια στιγμη μεσα στην αφορητη ησυχια,
ακουσε ξαφνικα καποιο θορυβο.Τεντωσε
τ'αυτια της,η καρδια της χτυπουσε ,πηγαινε
να σπασει.Ακουσε βηματα,αργα αλλα σταθερα
ν'ανεβαινουν την σκαλα.Τα βηματα σταματησαν
ακριβως μπροστα στη πορτα της εισοδου.Με-
χρι ν'ακουσει το χτυπημα στη πορτα της φανηκε
πως περασαν αιωνες.Ακουστηκε το χτυπημα,
σταματησε , μετα απο λιγο ακουστηκε παλι.
Εκεινη ακινητη.Επειτα ακουσε τη φωνη:''Ανοι-
ξε .Εγω ειμαι''.Δεν κουνηθηκε,περιμενε,''Ανοι-
ξε.Εγω ειμαι'' επανελαβε η φωνη.Εκεινη συνηλ-
θε ,αναγνωρισε τη φωνη του αντρα της.Εβγαλε
ενα αναστεναγμο ανακουφισης κι ετρεξε ν'ανοι-
ξει τη πορτα ξεκλειδονοντας την.Εκεινος μπη-
κε μεσα στο σπιτι,την κυτταξε εξεταστικα και
της ειπε:''Μα τι επαθες,τοση ωρα χτυπουσα,δεν
ακουγες;''.Εκεινη αναγκαστηκε να του αποκα-
λυψει τους φοβους της,τι της συνεβαινε:
το απειλιτικο τηλεφωνημα και την αγνωστη
φωνη του αντρα.Εκεινος την ακουγε προσεχτι-
κα.Αφου τ'ακουσε ολα,απομακρυνθηκε απο
κοντας της,σταθηκε,ορθιος με τη πλατη γυρι-
σμενη προς αυτην.
''Εγω ημουν αυτος στο τηλεφωνο''της ειπε
και, ταυτοχρονα, γυρνωντας το σωμα του
προς αυτην την πυροβολησε με περιστρο-
φο κατευθειαν στο στηθος.Εκεινη τρανταχτηκε
απ'το ισχυρο χτυπημα,και τη στιγμη που επεφτε
στο πατωμα προλαβε ν'ακουσει το τηλεφωνο,
που χτυπουσε επιμονα στην ακρη του δωματι-
ου.Πολυ γρηγορα την εγκατελειψαν οι δυ-
ναμεις της.Ο αλλος ξαφνιαστηκε οταν ειδε
πως βρισκονταν σ'ενα τεραστιο δωματιο γε-
ματο καθρεφτες,σε διαρκη κινηση ο ενας
με τον αλλον , απο καποιο κρυφο μηχανι-
σμο.Οταν την ειδε,στην αρχη,δεν την ανα-
γνωρισε αμεσως,ειδωλο και πραγματικη
μορφη αξεχωριστα Της φωναξε μ'ολη τη
δυναμη της φωνης του:''Εγω ,ειμαι εδω.
Νεκρος,Ακους;''.Απο την εκφραση του προ-
σωπου της κι απο τις κινησεις του σωματος
της καταλαβε πως δεν τον ακουγε καθολου.
Της ξαναφωναξε το ιδιο ,επειτα παλι πιο δυ-
νατα.Την ειδε να κανει απελπιδες προσπα-
θειες να τον καταλαβει ,χωρις ομως να τα
καταφερνει κι υστερα την ειδε καθαρα να
τον προσπερνα,μπροστα του ακριβως,και
να χανεται στο βαθος των πολλαπλων και
απειρων αντανακλασεων στα κατοπτρα,με
πληθος ειδωλων ανθρωπων να εμφανιζονται
και να χανονται .
Τοτε καταλαβε το σχεδιο της εκδικησης της
,τελειο και πανουργο,αιωνια παγιδα.
.
.
.
Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ
.
.
Οταν ηταν δυο μηνων εχασε τη μητερα του.Τον
πατερα του δεν τον γνωρισε ποτε.Αργοτερα ε-
μαθε πως ηταν παραξενος ανθρωπος,πως τη
μανα του τη γνωρισε μονο μια βραδυα,κι εξα-
φανιστηκε.Τον μεγαλωσαν καποιοι συγγενεις
απο τη μερια της μητερας του.Παιδι ηταν σχε-
τικα ησυχος,αν και καποιες φορες απομονωνον-
νταν στο δωματιο του για ωρες σαν κατι πολυ
σοβαρο να τον απασχολουσε.Με τ'αλλα παιδια
οι σχεσεις του ηταν καλες.Ηταν καλος μαθητης
στο σχολειο κι οταν μεγαλωσε σπουδασε Φιλο-
σοφια,που αγαπουσε ιδιαιτερα.Εκεινα τα χρο-
νια γνωρισε τη γυναικα του.Τον τραβηξε η παρα-
ξενη ομορφια του προσωπου της.Στην αρχη ε-
καναν παρεα ,υστερα συνδεθηκαν ερωτικα και
στο τελος παντρευτηκαν.Τα πηγαιναν πολυ κα-
λα κι ηταν ευτυχισμενοι,αν και δεν απεκτησαν
παιδια.Αυτο πολυ λιγο τους ενοιαζε στην απλη
κι ησυχη ζωη ,που ζουσαν.Αν και τα χρονια περ-
νουσαν η γυναικα παρεμεινε νεα κι ομορφη.Στην
αρχη αυτο του αρεσε ,τον κολακευε να'χει νεα κι
ομορφη γυναικα.Αργοτερα τον παραξενευε.Αν
κι ειχαν σχεδον την ιδια ηλικια ,αυτος ειχε γερα-
σει.Με το περασμα του χρονου η διαφορα στην
εμφανιση ηταν πολυ μεγαλη,ενω εκεινος γερ-
νουσε εκεινη νεανιζε.Πολλοι τους πρνουσαν για
τον πατερα με την κορη,και λιγο εργοτερα για
τον παππου με την εγγονη.Ειχε προ πολλου στα-
ματισει να εργαζεται,.Οι δυναμεις του σωματος
αρχισαν να τον εγκαταλλειπουν,κι ανησυχουσε
πως το ιδιο θα συνεβαινε με το μυαλο του.
.Η γυναικα του ,παντα τρυφερη και στοργικη,
,τωρα,το ενιωθε,ηταν πιο πολυ κοντα του και
τον περιποιονταν,σχεδον τον προστατευε.
Πολλες νυχτες ξαγρυπνουσε,τον ταλαιπωρουσε
η αυπνια.Τοτε στο χαμηλο φως της κρεβατοκαμα-
ρας με θαυμασμο και δεος παρατηρουσε το κοι-
μισμενο προσωπο της γυναικας του,που αναπνεε
ηρεμα ξαπλωμενη στο πλαι του.Το προσωπο της
νεανικο και ομορφο , με μια αναλλοιωτη ωραιο-
τητα ελαμπε.
Καποια φορα εκεινη χρειαστηκε να λειψει για λι-
γες μερες απο κοντα του.Για να τον προσεχει οσες
μερες θα'λειπε πηραν μια υπηρετρια.Αν και τον
τελευταιο καιρο ειχε καπως καλυτερεψει στην υ-
γεια του,και στη διαθεση,εκεινη του ελειπε φοβε-
ρα κι ενιωθε το σπιτι ερημο και αδειο.Για πρωτη
φορα,τωρα στα ογδονταπεντε χρονια του ,στο τε-
λος της ζωης του,ενιωσε μεγαλη επιθυμια να
κοιταξει τις φωτογραφιες της μητερας του,που
ειχε απο πολυ μικρο παιδι να κοιταξει,κι ουτε
που θυμονταν .Τις ειχε κρυψει απο τοτε κι ειχε
αποφασισει να μην τις ξανακοιταξει.Αντιστα-
θηκε σ'αυτη τη δυνατη επιθυμια,παλεψε με τον
εαυτο του πολυ σκληρα.Διαισθανθηκε βαθεια
μεσα του ,πως η Φιλοσοφια,που τοσο λατρευε,
θα τον βοηθουσε να φωτισει ενα μεγαλο ερωτημα,
που χρονια τον βασανιζε και δεν τολμουσε ν'αγ-
γιξει:για τη στασιμη,θα'λεγες νεκρικη,ομορφια
της γυναικας του.Τελικα συρθηκε στο δωματιο,
που τις ειχε κρυψει,στο παταρι,εβαλε την υπηρε-
τρια να κατεβασει το κουτι ,που τις ειχε και με
χερια που ετρεμαν τ'ανοιξε .Με κομμενη την α-
νασα τις ειδε .Πραγματικα εκεινο που περιμενε
εκει του αποκαλυφθηκε εδω:η τρομακτικη ομοι-
οτητα της μητερας του με την γυναικα του.
Οταν εκεινη γυρισε πολυ δυσκολα την αναγνω-
ρισε.Ειχε γερασει στο προσωπο και στο σωμα,
σαν καποια βαρεια και ξαφνικη αρρωστεια να
να την ειχε εξαντλησει κυριολεκτικα.Δεν αναφε-
ρε τιποτα.Τις νυχτες την εψηνε υψηλος πυρετος
και παραμιλουσε,τα λογια της ακαταληπτα.Οταν
αρχισε να νιωθει εκεινη την παραξενη μυρωδια
στο δωματιο εδιωξε την υπηρετρια ,εκλεισε τα
παραθυρα και τις πορτες.Αυτη επεφτε συχνα τω-
ρα σε παραληρημα για ωρες, την ακουγε με ψιθυ-
ριστη φωνη να μονολογει ,δεν μπουρουσε ν'α-
κουσει καθαρα τι ελεγε.Καποιοι ηχοι εμοιαζαν α-
μυδρα με ηχους αρχαιων ελληνικων λεξεων.Η μυ-
ρωδια ειχε γινει ανυποφορη κι αποκρουστικη.Ο-
ταν τελικα ξεψυχισε το ξημερωμα την εκλαψε με
λυγμους απελπισμενος.Κατα το μεσημερι ,οταν συ-
νηλθε,η φριχτη δυσωδια ειχε εξαφανισθει απ'το
σπιτι.Εβαλε δυναμη να σταθει στ'αδυνατα ποδια
του,να φροντισει το νεκρο σωμα της γυναικας του.
Και τοτε ,για πρωτη φορα,προσεξε πως στον
καρπο του αριστερου της χεριου φορουσε μια
χρυση αλυσιδα.Διαβασε με δυσκολια τα γραμ-
ματα:
ΒΕΡΟΝΙΚΑ 1120-1138.
Αργα σηκωσε τα ματια του κι ο μεγαλος καθρε-
φτης,ακριβως απεναντι του,στον τοιχο,μεσα στο
λιγοστο φως του δωματιου ,του αντιγυρισε το
ροδαλο προσωπο ενος μωρου παιδιου απο εκει
μεσα.
.
.
.
ΕΓΚΛΕΙΣΤΗ ΑΦΗΓΗΣΗ
.
.
Οση ωρα καθονταν στην καφετερια κι επινε τον
καφε ,ενα μετριο εσπρεσσο, ο ανθρωπος ,που του
ειπαν να παρακολουθει ,καθονταν μερικα τραπε-
ζια αριστερα και μπροστα του και διαβαζε την
εφημεριδα του.Για να περασει την ωρα του παρα-
τηρουσε τους θαμωνες γυρω του,κι εστηνε αυτι
ν'ακουσει τι λεγανε.Διαφορες ανουσιες φλυαριες
για σταρ της τηλεορασης και μοντελα.Εστιασε
την προσοχη του σ'ενα ζευγαρι απεναντι του.
Η γυναικα γελουσε μ'ενα προσποιητο,ψευτικο,τρο-
πο καθε φορα που εσκυβε προς το μερος της ο
κυριος διπλα της,ενας σοβαρος τυπος,και κατι
της ψιθυριζε στ'αυτι.Επισης προσεξε τον επιδει-
κτικο τροπο με τον οποιο στραβωνε τις μακριες
γαμπες της .Ενταθηκε η προσοχη οταν η γυναικα
σηκωθηκε και πλησιασε το τραπεζι του ανθρω-
που, που τον ενδιεφερε.Την ακουσε να ζηταει
την αδεια να καθησει,εκεινος της εγνεψε κατα-
φατικα κι εκεινη καθησε.Προσπαθησε ,αλλα η-
ταν αδυνατο στο θορυβο της αιθουσας,ν'ακουσει
τι λεγανε.Ουτε κι απ'τις κινησεις των χειλιων και
τις εκφρασεις των προσωπων μπορεσε να συμπερα-
ρανει κατι για το περιεχομενο της συζητησης.Με-
τα απο λιγη ωρα σηκωθηκε,και περνωντας αναμε-
σα απ'τα τραπεζια και της καρεκλες κουνωντας
προκλητικα το ελκυστικο σωμα της ,φτανοντας
στο τραπεζ ιης χωρις να καθησει ειπε στον συνοδο
της να πληρωσει και να φυγουν.Ο αλλος ,ξανα-
πιασε την εφημεριδα ,και κρυφτηκε απο πισω .
της.Σε λιγο επεστρεψε η κυρια,σηκωθηκε ο ανθρω-
πος του κι εφυγαν μαζι.Πεταχτηκε ,βιαστηκε να
τους προλαβει,πριν τους χασει.Εξω εριχνε ψιλη
βροχη,ο δρομος γλυστρουσε.Τους ειδε στη γω-
νια του δρομου,σταματησαν ενα ταξι,μπηκαν με-
σα .Εκεινος γρηγορα χωρις καθυστερηση στα-
ματησε το αμεσως επομενο ταξι,μπηκε μεσα κι
ειπε στον οδηγο ν'ακολουθησει οσο γινεται απο
κοντα αλλα και διακριτικα το προπορευομενο
αυτοκινητο.Παρατηρησε πως ο οδηγος του τα-
ξι,ενας νεαρος,φορουσε κοκκινο πουκαμισο κι
ειχε τα κοντα μαλλια του χτενισμενα προς τα
πισω, και μπριγιαντισμενα.Η παρακολουθηση
ηταν δυσκολη και λογω της βροχης αλλα και
γιατι η πολη σ'εκεινο το σημειο ,που εφτασαν
ηταν παραξενα δομημενη,με δρομους που καμ-
πυλωναν αποτομα κι ελισονταν συνεχως.Η συνε-
νεπεια ηταν να τους χασουν εντελως απ'τα ματια
τους,και σταθηκε αδυνατο να τους ξαναβρουν ο-
ση ωρα και να προσπαθησαν.Τελικα σταματησε
το ταξι,το πληρωσε και κατεβηκε στο δρομο.Πε-
ριπλανηθηκε πολυ ωρα,οι δρομοι ηταν ασχημοι,
,λιγοστηασφαλτος,με λακκουβες,γεματες νερο
απ'τη βροχη.Σ'εκεινη τη συνοικια διαισθανθηκε
πως επικρατουσε μια αοριστη παραδοξοτητα.
Ετσι για να διασκεδασει την ωρα του,αποφασι-
σε να στριβει στις γωνιες των δρομων συνεχεια
προς τ'αριστερα.Πολυ γρηγορα διαπιστωσε πως
τιποτα δεν αλλαζε στο χωρο,στα σπιτια,ακομα
και στον χρωματισμο τους,και πουθενα δεν συ-
ναντησε μια ανθρωπινη φιγουρα.Μονο καπου-
-καπου εβλεπε καποιο σκυλο να τεμπελιαζει
ξαπλωμενος μπροστα σε καποια πορτα.Οταν α-
ποφασισε να στριβει αντιθετα,προς τα δεξια,δεν
ειδε καμια διαφορα,τιποτα δεν αλλαξε:τα ιδια
χαμηλα σπιτια,το ιδιο αχρωμα,πουθενα ανθρω-
ιπος και σκυλια να τεμπελιαζουν στις πορτες.Με-
τα απ'αυτο συνεχισε το παιχνιδι,ποτε εστριβε δε-
ξια ποτε αριστερα,χωρις να περιμενει να συμβει
κατι αλλο διαφορετικο.Σιγα-σιγα αρχισε ν'αντι-
λαμβανεται περισσοτερα.Ο φωτισμος του χωρου
ηταν σταθερος ,αναλλοιωτος,τεχνητος ,σαν το
φωτισμο θεατρικου σκηνικου.Ο αερας σ'εκεινο
το μερος μυριζε μουχλα,και υγρασια.Ξαφνικα,με-
τα απο πολλες ωρες ατελειωτης περιπλανησης
διεκρινε στο βαθος του δρομου τη ψιλη φιγου-
ρα ενος ανθρωπου,να διασχιζει το καθετα το
δρομο,που περπατουσε εκεινη την ωρα κι ακου-
σε την ιδια στιγμη καποιο ρολοι καπου να χτυ-
πα.Μετρησε τους χτυπους:δεκα η ωρα.Νομισε
πως γνωρισε τον ανθρωπο κι ετρεξε να τον
προλαβει.Ο θορυβος που εκαναν τα τακουνια
του στον αδειο δρομο ηταν εκκοφαντικος.Φθα-
νοντας στη γωνια εστριψε.Επιτελους βρεθηκε
σε μια απο τις πιο πολυσυχναστες λεωφορους
της πολης.Αν και στα γρηγορα παρατηρησε κα-
ποιες αλλαγες,δεν ειχε το χρονο να τις επιβεβαι-
ωσει.Ο ανθρωπος ,που ειχε ακολουθησει,ηταν
ο σοβαρος κυριος της καφετεριας ,με την
ομορφη κυρια με το ψευτικο χαμογελο.Τον πα-
ρακολουθουσε,σταματησε διπλα του ενα αυτοκι-
νητο,ανοιξε η πορτα,χωθηκε μεσα γρηγορα,την
εκλεισε δυνατα με θορυβο κι εφυγε με μεγαλη
ταχυτητα τ'αυτοκινητο.Ισα που προλαβε να δει,
στη θεση του οδηγου η κυρια,με κοκκινα γαντια.
Οπως ηταν κουρασμενος ,συγχισμενος διεσχισε
αφηρημενος τη λεωφορο,χωρις να προσεξει, με-
σα στις βρισιες των οδηγων και στα δυνατα
κορναρισματα των αυτοκινητων.Οταν καταφερε
να φτασει στο απεναντι πεζοδρομιο και συνηλθε
κοιταξε το ρολοι στο χερι του:η ωρα ηταν 11:15.
Το ραντεβου για δωσει την αναφορα του ηταν κα-
νονισμενο για τις 11:30.Ειχε ακριβως 15 λεπτα και-
ρο για να παρουσιαστει.Βρισκονταν εκει κοντα
κι αποφασισε να παει με τα ποδια.Εφτασε στο
κτιριο.Χτυπησε το κουδουνι του γραφειου απο
την εξωπορτα.Του ανοιξαν αμεσως.Στο ασανσερ
πατησε το κουμπι του β'οροφου,του ειχαν πει
πως ηταν το 5ο γραφειο αριστερα στο διαδρομο.
Ακριβως 11:30 χτυπησε την πορτα,δεν πηρε κα-
μια απαντηση.Περιμενε.Ξαναχτυπησε,το ιδιο,πα-
λι καμια απαντηση.Αποφασισε,εσπρωξε την πορ-
τα,εκεινη ανοιξε τριζοντας ελαφρα.Μπηκε .Το
δωματιο,που αντικρυσε μπροστα του,ηταν τερα-
στιο με χαμηλη οροφη,αδειο ,χωρις παραθυρα,
σε καποιο τοιχο του,μοναχα στον αριστερο τοι-
χο υπηρχαν τρεις πορτες και στο τοιχο του βα-
θους ειχε αλλες δυο.Προχωρησε στο δωματιο
μεσα και χωρις να διστασει χωθηκε στη μεσαια
απ'τις τρεις πορτες .Το γραφειο εδω στη κατοψη
του σχεδον τετραγωνο,με πολυ ψηλη οροφη,βα-
μενο λευκο,χωρις ανοιγματα στους τοιχους.Προ-
σεξε καλυτερα,μια καθετη ραγισματια σ'ενα τοι-
χο του δηλωνε τη πιθανη θεση μιας πορτας.Πλη-
σιασε προς τη ραγισματια,εσπρωξε κι ανοιξε
τη πορτα.Τωρα βρεθηκε σ'ενα γραφειο, επιμη-
κυσμενο μεχρι εκει ,που φτανει το ματι.Στον
τοιχο ,δεξια του,ειχε μια μεγαλη σειρα, σχεδον
ατερμονη, απο παραθυρα.Πλησιασε στο πρωτο
παραθυρο.Ειδε απο κει την πολη ,τεραστια,
απλωμενη περα μακρυα ως τους μακρυνους
λοφους,που την εκλειναν.Στα επομενο παραθυρο
και στ'αλλα η θεα της πολης αλλαζε συνεχως.
Σαν απο παραθυρο σε παραθυρο να μην υπηρχε
συνεχεια στο χωρο.Διαφορετικα αποσπασματα
της πολης, αλλα απο ψηλα ,αλλα απο χαμηλα,
συνεχης αλλαγη,και πολλες φορες μιξη των
εικονων.Στα τελευταια παραθυρα της σειρας,
ζαλισμενος,ειδε,ξετυλιχθηκε, μια περιοχη της
πολης με χαμηλα σπιτια,αχρωμα ,με αδειους
δρομους.Τελειωνοντας με τα παραθυρα ανοιξε
στον τοιχο ,που εφτασε, μια πορτα στη τυχη.
Βρεθηκε σ'ενα διαδρομο ,εκτυφλωτικα φωτι-
σμενο απο πολυελαιους στην οροφη του,και
στους δυο παραπλευρους τοιχους του υπηρχαν
ζωγραφικοι πινακες με πορτρετα διαφορων αν-
θρωπων.Στην ακρη του η πορτα ηταν ανοιχτη,
και ακουγε ολο και πιο δυνατα τους ηχους φω-
νων ανθρωπων,που κουβεντιαζαν εντονα.Πλη-
σιασε τη πορτα διστακτικα.Τελικα την περασε,
ο ιδρωτας ελουζε το μετωπο του.Η πορτα ανοι-
γε σ'ενα αλλο δωματιο με εκτυφλωτικο διαχυτο
φωτισμο,δεν μπορεσε να εντοπισει τη πηγη του.
Και παλι στους τοιχους ζωγραφικοι πινακες με
πορτρετα.Βαδιζε σ'αυτο το δωματιο χωρις τελει-
ωμο.Η επιφανεια του δαπεδου καπυλωνε ανεπαι-
σθητα,το ιδιο και οι τοιχοι ακολουθωντας αναλο-
γικα εκεινη τη γεωμετρια.Αναρωτηθηκε με δεος
αν η εκεινη η καμπυλη εκλεινε,τερματιζε,τελικα,
σε μια κλειστη γραμμη[π.χ κυκλο],χωρις αρχη
και τελος,οπου καθε σημειο της ειναι αρχη και
τελος της ταυτοχρονα η' μηπως ηταν απειρα ανοι-
χτη συνεχως. Οποιαδηποτε απαντηση σ'εκεινο
το ερωτημα η' την υποθεση δεν ειχε νοημα, την
εβγαλε απ'το μυαλο του οταν στην ακρη του ε-
κανε στροφη 90 μοιρων και μετα απο εναν δια-
δρομο 40 με 50 μετρα μηκος συναντουσε μια σκα-
λα,με διαφορετικο αριθμο σκαλοπατιων καθε φο-
ρα,που ειτε ανεβαινε απο το επιπεδο ,που βρισκο-
νταν ,ψηλοτερα ,ειτε κατεβαινε χαμηλωτερα.
Εκει σε καθε μια σκαλα ψηλα υπηρχε παραθυρο,
απο κει πανω εβλεπε ενα τμημα τ'ουρανου,αλλο-
τε γαλαζιο ,φωτεινο,κι αλλοτε σκοτεινο,με αστρα.
Ανεβαινε και κατεβαινε σκαλες συνεχως,μετρων-
τας τον αριθμο τους ,που το μεγεθος του ηταν
τρομακτικο.Πηρε την αποφαση να σταματησει
το μετρημα και τοτε μετα απο μερικα ανεβοκατε-
βασματα στις σκαλες εφτασε σ'εναν τοιχο με
δυο πορτες,ανοιξε τη μια απ'αυτες και μπηκε
σ'ενα δωματιο με κανονικες διαστασεις.Στη μεση
του δωματιου ηταν μια καρεκλα και πανω στο
καθισμα της ενα λευκο τηλεφωνο.Γυρισε πισω κι
ανοιξε τη δευτερη πορτα.Τοτε εκει μεσα ειδε ενα
πολυ φωτισμενο χωρο ,που τον πονουσαν τα μα-
τια , στη μεση ενα τραπεζι,πλησιασε να δει καλυ-
τερα,πανω του ενα κατακοκκινο μηλο.Το δωματιο
ηταν κλειστο απο τις αλλες πλευρες του.Ακουσε
το τηλεφωνο να χτυπαει στο διπλανο δωματιο.Δεν
βιαστηκε,τ'αφησε να χτυπαει,γυρισε αργα,εκεινο
σταματησε.Οταν ξαναχτυπησε σηκωσε το ακουστι-
κο κι ειπε :''Εμπρος''.Απ'την αλλη πλευρα του απαν-
τησαν ψυχρα .Πως δεν ηταν καθολου ευχαριστημενοι
μαζυ του , κι εκλεισαν τη γραμμη.Αφησε το ακουστι-
κο να κρεμεται,χωρις να το τοποθετησει παλι πανω
στη συσκευη και βγηκε απο τη μοναδικη πορτα ,που
υπηρχε στο δωματιο απεναντι,εξω στο δρομο.Ειδε
και τους δυο,τον αντρα και τη γυναικα, να στριβουν
στη γωνια.Ορμησε απο πισω τους να τους προλαβει.
Εκεινοι σταματησαν ενα ταξι,χωθηκαν γρηγορα με-
σα κι εφυγαν.Την ιδια σχεδον στιγμη εκεινος στα-
ματησε το αμεσως διερχομενο ταξι κι ειπε στον οδη-
γο ν'ακολουθησει οσο γινεται απο κοντα και διακρι-
τικα το προπορευομενο αυτοκινητο.Παρατηρησε πως
ο οδηγος του ταξι,ενας νεαρος,φορουσε κοκκινο
πουκαμισο κι ειχε τα κοντα μαλλια του χτενισμενα
προς τα πισω, και μπριγιαντισμενα.
.
.
.
Η ΔΙΑΣΤΟΛΗ
.
.
Η τελευταια επιστημονικη του μελετη ηταν:''Πανω
στη Τοπολογικη Θεωρηση των Αριθμων''.Στην ανα-
πτυξη της εφαρμοσε Αρχες της Λογοτεχνιας.Ανακα-
λυψε πως τα Μαθηματικα μπορουν να συνυπαρξουν
με τη Λογοτεχνια.Κυριως με το εργο του Χορχε
Λουις Μπορχες,του Τζειμς Τζοις,του Εντγκαρ
Αλαν Ποου,του Φραντς Καφκα και του Εζρα
Παουντ.Συνεπεια των μελετων του ηταν να εκδη-
λωθει μεγαλο ενδιαφερον στο Πανεπιστημιο,που
εργαζονταν σαν Καθηγητης.
Εκεινο το απογευμα,11 Μαιου 1991,στη διαλε-
ξη του,το αμφιθεατρο του Πανεπιστημιου ηταν
γεματο απο φοιτητες και απο συναναδελφους του
καθηγητες.
Ο καθηγητης μπηκε στην αιθουσα και χειροκρο-
τηθηκε απο τους παρευρισκομενους.Υποκλιθικε
κι αφου τους ευχαριστησε για την παρουσιας τους
αρχισε την διαλεξη του,με θεμα ''Πανω στη Τοπο-
λογικη Θεωρηση των Αριθμων'':
'' Γεννηθητω ο Αριθμος.Ο Αριθμος δεν υπαρχει
παρα σαν Ονομα.Ζουμε μεσα στη διαστολη και
στην συστολη του Ειναι ,του Πραγματικου,στο
Χωρο-Χρονο της Γλωσσας.Ειμαστε εμπλεκομε-
νοι στην Αφηγηση των Αριθμων η'στην Αφηγημα-
τικοτητα τους.''Σταματησε την ομιλια του,ηπιε λι-
γο νερο απ'το ποτηρι,που βρισκονταν μπροστα του
και συνεχισε:''Αν θεωρησω τους Αριθμους ως ν-
Πλεγμα [Πολυπτυχο] Ροης Πληροφοριων ενδε-
χεται να καταληξουμε στη Κατασταση του Πραγ-
ματικου βαθμου-μηδεν,στην Μεγαλη Αδιαφορια
του Ειναι-Παντου-Πουθενα.Ο Αριθμος μια Μασκα,
πισω απ'τη μασκα τι θα βρουμε,το Κενο η ' το Ολον;
Οτι να βρουμε θα το αντιμετωπισουμε,εμεις οι
ανθρωποι ,με τον ιδιο τροπο.Θα ψαξουμε αν υπαρ-
χει Αληθεια,αυτο που υπαρχει σε τι μας χρησιμευει;
Επομενως ενα ξεμασκαρισμα των Αριθμων,απ'την
αλλη μερια του καθρεφτη ,τι;,ποια Πραγματικοτητα;''
Εκανε μια μικρη παυση,ταχτοποιωντας τα χαρτια
του.Συνεχισε:''Οι Αριθμοι ,ισως, ειναι ταυτοχρονα
μια ΧρονοΧωρικη και μια Μη-ΧρονοΧωρικη Συμ-
πυκνωση του Μαθηματικου Α-Συνεχους σε κατα-
σταση [σε διαδικασια ] Καταστροφης.Μια αναπο-
τρεπτη Τοπολογικη Καταστροφη στη συνορευση
του Συνεχους -Ασυνεχους στον ανθρωπινο εγκεφα-
λο.Εμεις οι ανθρωποι αντιλαμβανομαστε τη Μη-Γραμ-
μικη Απειροτητα σαν την ευνουχιστικη Πραγματικο-
τητα ,που βιωνουμε.Η Θεωρια ειναι μια Υπεραξια
της Εργασιας Γενικα.Η Επιστημη ενεργει σαν Εξουσια,
γι'αυτο,αντιδρωντας ,προσπαθω να την Αμφισβητισω,
να την Αφανισω στο Ονομα του Αλλου,να καταφερω
τον Συμβολικο Θανατο του Πατερα.Ακομα και σ'αυτη
τη διαλεξη,να προχωρησω περα,και αντιθετα,απο
την εργασια μου,απο τα συμπερασματα της Θεωριας
μου.Να τελειωσω μ'αυτη την Υποθεση,να δουμε τι
μπορει να κανουμε παραπερα.Λοιπον,ας υποθεσουμε
πως το Ειναι ειναι το Κενο-Υποσυνολο του...''
''του τηλεφωνω ,κυριε,συνεχως απ'το πρωι,αλλα δεν
απανταει κανεις''.''Καλα'' απαντησε αφηρημενος ,''μπο-
ρεις να φυγεις''.Παντα διαλεγε νεαρες κοπελες για
γραμματεις.Ειχε την αισθηση οτι ετσι διαγραφει ,ακυ-
ρωνει το παληο,το παρελθον.Αυτη ομως ,κατα παραξενο
τροπο,φαινονταν να σχετιζεται πιο πολυ με το παρελθον
παρα με το μελλον.Ισως γιατι πολλοι νεοι ειναι συντηρι
τικοι.Πολλες φορες σκεφτηκε να τη διωξει,αλλα δεν
το εκανε,το θεωρουσε ανοητο,και το ανεβαλλε.Του ειπε:
''Καληνυχτα'' κι εφυγε.Την ακουσε να κατεβαινει τη
σκαλα,τα τακουνια της σαν στιλετο στο μαρμαρο,
υστερα ο θορυβος απ'το κλεισιμο της εξωπορτας εφτα-
σε στ'αυτια του.Τωρα ηταν μονος μεσα στο τεραστιο
κτιριο ,που στεγαζονταν τα γραφεια της επιχειρησης
του,στον α' οροφο.Αφησε στην ακρη τα χαρτια, που'χε
στα χερια του.Οι επιχειρησεις του,τον τελευταιο καιρο,
πηγαιναν καλα.Καθολου δεν τον ενοχλουσε ,που πολλοι
τον φοβοντουσαν,γιατι κι αυτος ο ιδιος φοβονταν.Γυρω
του ειχε δημιουργησει ενα τελεια οργανωμενο αδιαπερα-
στο χωρο.Καταφερε να διακοψει ολους τους παλιους δε-
σμους,ν'αποκοπει τελειως απο το παρελθον.Κατασκευασε
μια Μασκα παραπλανησης,και τη φορεσε.Γιγαντιες επιχει-
ρησεις,αλλαξε το ονομα του,και την ηληκια του ακο-
μα.Δεν μετανιωσε για την προηγουμενη ζωη του,μονο
που τωρα ηθελε ν'αποδωθει δικαιοσυνη.Δεν αντεχε
αλλο.Απο ενα αγριο ζωο της ζουγκλας καποτε,
καταντησε ενα δειλο φιδι, κρυμμενο στη τρυπα του.
Ενα αισθημα φοβου τον παγωσε,χωρις να καταλα-
βει ανοιξε το συρταρι και τραβηξε απο μεσα του
το περιστροφο.Γρηγορα συνηλθε, πεταξε το περι-
στροφο μεσα στο συρταρι και το'κλεισε.Χαμογελα-
σε .''Τωρα,ηρθε η ωρα μου'' ψιθυρισε.Γνωριζε πως
ο Αλλος τον εψαχνε σ'ολη τη γη ,χρονια τωρα ,απο
τοτε,να τον βρει.Πως πισω απ'την αδιαπεραστη Μα-
σκα του θα τον αναγνωριζε τελικα.Κοιταξε προς
το δυτικο παραθυρο,ο ηλιος εδυε.Κοκκινος,κατα-
κοκκινος σαν αιματοβαμενος.Ο κοκκινος κυκλος
του ηλιου σαν τη κοκκινη τρυπα στο στηθος,στο
μερος της καρδιας του δολοφονημενου.Σηκωθηκε
,πηγε προς το παραθυρο και το'κλεισε,αφηνοντας
στην εξωτερικη του πλευρα τον σφαγιασμο του η-
λιου,και στην εσωτερικη του πλευρα, καθαρισε το
σκοταδι του γραφειου με το ηλεκτρικο φως.Πηγε
παλι στο γραφειο του,καθισε ,σταυρωσε τα χερια
του και περιμενε μεσα στο απλετο ,εκτυφλωτικο,
φως.Περιμενε,περασε ωρα πολυ ετσι,ισως μια αιωνι-
οτητα,δεν τον πειραζε,μπορουσε να περιμενει,ισως
καποια στιγμη να τον πηρε ο υπνος.Ενιωθε το σωμα
του σαν να ηταν το σωμα ενος Αλλου.Μεσα σ'αυτη
τη κατασταση ακουσε το μεγαλο ρολοι του τοιχου
στο φωτισμενο χωρο να χτυπαει,μετρησε δεκα χτυ-
πους ακριβως.Ακριβως εκεινη τη στιγμη χτυπησε
το κουδουνι της εξωπορτας,πατησε το κουμπι διπλα
του ν'ανοιξει.Αφουγκραστηκε.Ακουσε τα βηματα,
ν'ανεβαινουν την εσωτερικη σκαλα.Σταματησαν
μπροστα στη πορτα του,αμεσως χτυπημα,φωναξε
χωρις δισταγμο:''Εμπρος'',η πορτα ανοιξε και το-
τε τον ειδε μπροστα του,οπως τοτε,ο ιδιος.Αυτος
,σκεφτηκε,δεν αποκτησε καμια μασκα.''Σε περιμενα''
του ειπε.''Αναποδογυρισα ολο τον κοσμο για να σε
ξετρυπωσω'' ακουσε τον Αλλον,και του φανηκε,για
μια στιγμη,πως τα λογια του δεν ειχαν θυμο,αλλα
πικρα.Δεν προλαβε να του φωναξει:''Επιτελους,
καν'το''κι ο Αλλος τραβηξε το περιστροφο και τον
πυροβολησε στη καρδια.Εκεινος ,την τελευταια στιγ-
μη,πριν χασει τις αισθησεις του παρακαλεσε να
κρατησει για παντα : την εικονα του κοκκινου
ηλιου ,που εδυε,το αδειο προσωπο του χωρις τη
Μασκα,που ειναι το δικο του,και να τελειωσει,
να τερματισει τη φραση,που του καιει τα χειλη:
''Αυτο,που αδικει και σκοτωνεται ειναι το προ-
σωπο του...'' ''Μη Ειναι'' συνεχισε τη προταση του
ο Καθηγητης στη διαλεξη του.Τοτε,τον ειδαν να τρα-
νταζεται,να διπλωνεται το σωμα του και να καταρρει.
Ετρεξαν αμεσως στην εδρα να τον βοηθησουν.Δυστυ-
χως,ηταν νεκρος.Τον μετεφεραν στο νοσοκομειο.Η
επισημη γνωματευση των γιατρων ηταν πως ο θανα-
τος του ειχε προελθει απο οξυτατο εμφραγμα του
μυοκαρδιου.Ομως,κι αυτο τους προβληματισε πολυ,
στην ακτινογραφια,που πηρανε,διεκριναν πολυ
καθαρα μια τρυπα στη καρδια,σαν αυτη,που προ-
καλει πυροβολισμος με περιστροφο.
.
.
.
Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
.
.
Το επαγγελμα του ηταν γλυπτης.Εκεινη την γνωρι-
σε μεσω αγγελιας.Ζητουσε ενα μοντελο,θηλυκο,για
για ενα γλυπτο που σχεδιαζε.Την διαλεξε αναμεσα
απο πολλες κοπελες,που παρουσιασθηκαν για
τη δουλεια.Αρχισε σχεδον αμεσως να δουλευει
μαζυ της.Εκανε προσχεδια κι αρχισε να λαξευει το
μαρμαρο.Απο την αρχη παρουσιασθηκαν προβλη-
ματα.Παρα την τεραστια πειρα που ειχε,και την
δεξιοτεχνια του,τα χερια του ετρεμαν και οι κινησεις
του ηταν αδεξιες .Αυτο ποτε αλλοτε στο παρελθον
δεν ειχε συμβει,φοβηθηκε πως ηταν κατι παθολο-
γικο,μια αρρωστεια των χεριων.Απευθυνθηκε σε
ειδικους γιατρους,αν και εγιναν εξονυχιστικες εξε-
τασεις δεν διαπιστωθηκε το παραμικρο παθολογικο.
Επεστρεψε στην εργασια του.Η ατεχνια συνεχιζον-
ταν,και μαλιστα μερα με τη μερα χειροτερευε η
κατασταση.Μη αντεχοντας αλλο το στρες διεκοψε
το εργο,το σταματησε.
Αρχισε να βγαινει μαζυ της εξω τα βραδυα,ετρωγαν
σε διαφορα εστιατορια και συζητουσαν.Νομιζε πως
ετσι θα τη γνωριζε καλυτερα,θα'μπενε μεσα στη ψυχη
του μοντελου.Εκεινη ηταν ενδιαφερων τυπος,ειχε
κανει σπουδες φιλοσοφιας και ιστοριας της τεχνης.
Οταν ενιωσε πιο ηρεμος,ψυχικα και σωματικα,πως
μ'αυτη τη στενη επαφη εμαθε περισοτερα για το μοντε-
λο του,επεστρεψε στην εργασια του.Πολυ γρηγορα
ομως απογοητευτηκε,τα ιδια και χειροτερα,θυμωσε
με τον εαυτο του και τα'βαλε μ'εκεινη.Την κατηγορη-
σε πως αυτη φταιει,πως δεν εχει μεσα της τιποτα το
πνευματικο και την εδιωξε σαν ακαταλληλη για το
γλυπτο.Την αλλη μερα πηρε στη θεση της αλλο
μοντελο απο πεισμα,χωρις να εξετασει αν ηταν κα-
ταλληλη και μ'αυτη τελειωσε το εργο.
Ειχε ξεχασει ,εκεινη κι ολα τα περιστατικα που τους
ενωσαν.Σε καποια εκθεση με γλυπτα του,τον πλησια-
σε μια εντυπωσιακη σε εμφανιση γυναικα,τον ρωτησε
μ'ενα αινιγματικο χαμογελο στα χειλη της αν την θυ-
μονταν και διχως να περιμενει να της απαντησει ,του
ειπε πως ηταν εκεινη.Του αφησε την καρτα της κι εφυ-
γε βιαστικα.
Εκεινο τον καιρο εγραφε ενα εργο για τα αισθητικα
και πρακτικα προβληματα της γλυπτικης.Ξανακοιτων-
τας τα χειρογραφα σταματησε σε μια προταση:''Με την
Γλυπτικη Ανα-Παρουσιαζουμε την Ωραιοτητα.Ομως
υπαρχει καποια Ωραιοτητα που δεν γινεται,δεν ειναι
δυνατον να Αναπαρασταθει στην Ολοτητα της''.Με το
τελειωμα της προτασης ενιωσε την καρδια του να χτυ-
παει δυνατα,χωρις να εχει αισθηση γιατι.Ηταν ηδη αργα
τη νυχτα κι επεσε να κοιμηθει.Την αλλη μερα δεν ειχε
διαθεση να παει στο εργαστηριο.Περιπλανηθηκε μεσα
στη πολη.Τελικα τ'αποφασισε και πηρε τηλεφωνο,αυτο
που ηταν γραμμενο στη καρτα.Της ζητησε να συναντη-
θουν,αν γινονταν εκεινη την ωρα.Εκεινη του απαντησε
πως ειχε ενα προγραμματισμενο ραντεβου,και χωρις
να σκεφτει του ειπε πως θα το ανεβαλλε για αργοτερα.
Σε λιγο συναντηθηκαν.
Το ιδιο εκεινο βραδυ της ειπε πως την αγαπουσε κι εκεινη
του απαντησε το ιδιο.Συνδεθηκε μαζυ της κι επαψε ν'ασχο-
λειται με την γλυπτικη,τα χρηματα που ειχε μαζεψει τον
εφταναν να ζει χωρις να δουλευει πια.
Περιπου δυο χρονια εζησαν μαζυ ετσι οταν εκεινη ξαφνικα
αρρωστησε κι η κατασταση της χειροτερευε μερα με τη με-
ρα.Η ομορφια της χαθηκε,τα ματια της θαμπωσαν κι η αυ-
πνια την εξαντλησε.Για πολυ καιρο νοσιλευτηκε σε νοσο-
κομειο χωρις αποτελεσμα,η αρρωστια της ηταν αγνωστη
στην επιστημη,αγιατρευτη.Απελπισμενος την εφερε στο
σπιτι.Του ειπε μια μερα πως φοβονταν πολυ να πεθανει
και τις νυχτες ετρεμε το κορμι της απ'αυτον τον φοβο.Εκει-
νος συντετριμενος την παρηγορουσε πως ποτε δεν θα πεθα-
νει,πως αυτος ποτε δεν θα την αφησει να πεθανει,της ελε-
γε πως θα προτιμουσε να πεθανει αυτος.Ο υψηλος πυρετος
της εκαιγε το κορμι και τις νυχτες παραμιλουσε ,λογια
που δεν τα καταλαβαινε. Οταν ξεψυχησε ξημερωνε.Εσκυψε
πανω της απελπισμενος την αγκαλιασε σφιχτα κι εκλαψε
με οδυνη σαν μωρο παιδι.Οι τελευταιες λεξεις της ,αυτες
που επαναλαμβανε συνεχως :''φοβαμαι να πεθανω'' ,καρ-
φωθηκαν στο μυαλο του τυρρανικα.Σαν μεσα απο βαθυ
σκοταδι και βαρυ ληθαργο ξεπηδησε στη σκεψη του η
ιστορια του Πυγμαλιωνα,του γλυπτη που εκανε το γλυ-
πτο της Αφροδιτης ,το'φτιαξε τοσο ομορφο,που το ερωτευ-
τηκε και καταφερε να ζωντανεψει το ψυχρο αγαλμα και να
γινει αντρας της.
Την μετεφερε κατω στο υπογειο ,στο εργαστηριο,την ξα-
πλωσε σ'ενα κρεβατι κι αφου την ξεντυσε αφηνωντας το
κορμι της γυμνο αρχισε αμεσως να προσχεδιαζει .Επειτα
χωρις να χασει χρονο επιασε τα εργαλεια του να λαξευσει
τον αμορφο λευκο ογκο του μαρμαρου.Σε λιγο αισθανθηκε
μια εντονη δυσοσμια στον αερα του εργαστηριου κι εκεινο
τον εκανε να ανησυχει και να φοβαται πολυ.Συνεχισε με
προσχεδια να δουλευει,η δυσαρεστη μυρωδια επανερχονταν
και υποχωρουσε.Παρατηρησε πως μετα απο καθε προσχε-
διο που εκανε εξαφανιζονταν,μολις περνουσε ομως καποι-
α ωρα ξαναεμφανιζονταν,επισης τα αναμεταξυ τους χρονι-
κα διαστηματα ολοενα μειονονταν .Αποφασισε να εκτελει
συνεχεια με μεγαλη ταχυτητα ασταματητα προσχεδια και
να σμιλευει το μαρμαρο.Η πετρα αποκτουσε μορφη,
περασαν τρεις μερες και τρεις νυχτες και τελειωσε το
εργο.Το αψυχο σωμα της γυναικας με τη χλωμαδα του
θανατου σαρκωθηκε και ροδισε.Καταλαβε πως τωρα εφτα-
σε στο πιο κρισιμο σημειο.Αποσυρθηκε απο το εργο
και κοιμηθηκε ,ο υπνος του ηταν σαν τον υπνο του
θανατου χωρις ονειρα.Οταν σηκωθηκε η γυναικα του
ηταν ακομα ξαπλωμενη στο κρεβατι και φαινονταν
να κοιμαται.Την φωναξε με το ονομα της γλυκα και
και τρυφερα κι αυτη μισανοιξε τα βλεφαρα της ρο-
δαλα και τα χειλη της κοκκινα σαν κερασια χαμογελα-
σαν ευτυχισμενα.Εκεινος αισθανθηκε τη καρδια του
να χτυπαει δυνατα απο χαρα και τα χερια του να τρε-
μουν απο μεγαλη συγκινηση.Ετρεξε στον μεγαλο κα-
θρεφτη του τοιχου και μεσα στο κρυσταλλο του ειδε
το γερασμενο προσωπο ενος ανθρωπου πανω απο
εννηντα χρονων.Την πλησιασε αργα , εσκυψε πανω
στο ομορφο προσωπο της και της ψιθυρισε με ησυ-
χη κι ηρεμη φωνη:''Τωρα το μαρμαρο αποτυπωνει
την Αιωνιοτητα''.
Μετα απ'αυτο αποσυρθηκε και εξαφανιστηκε μεσα
στον λαβυρινθο της πολης και του χρονου,εκει τελει-
ωσε τις μερες του.
.
.
.
Η ΜΟΥΣΙΚΗ
.
.
Στην πολη ειχε ερθει πριν δυο μηνες,νοικιασε δωματιο
στην παλια πολη πανω.Εκει τα κτιρια ηταν πολυοροφα
κι απο τις δυο μεριες των δρομων το ενα ενωμενο με το
αλλο ,στα στενα ανοιγματα των δρομων ο εγκλωβισμε-
νος αερας μυριζε μουχλαΕλαχιστοι κατοικοι κατοικου-
σαν σ'εκεινη την περιοχη,κυριως γεροι,φαινονταν πολυ
μεγαλης ηληκιας,αιωνοβιοι,η γλωσσα τους ηταν αρχαια
και το σωμα τους παραμορφωμενο.Το σπιτι,που νοικιασε
ηταν στο εσωτερικο εκεινου του οικισμου,ακατοικητο
για πολλα χρονια,ο μοναδικος ενοικος ηταν αυτος.Τι τον
τραβηξε σ'αυτη την πολη και σ'εκεινο το μερος του ηταν
εντελως αγνωστο.Καθημερινα απο εκει πανω κατεβαινε
στην πολη και περιπλανιονταν στους πολυσυχναστους
δρομους της ,γυρνουσε οταν νυχτωνε,το χρονιο ασθμα
τον τυραννουσε.Κατω η πολη απλωνονταν φωτισμενη
και πολυβουη,εκει πανω χαμηλος φωτισμος,φωσφοριζον,
σαν να προερχονταν απο τα αστρα,ο αερας μεσα στα κα-
ναλια των δρομων ενω την μερα ηταν ακινητος ,αψυχος,
την νυχτα αποκτουσε κινητικοτητα,ζωτικοτητα,τα σπιτια
πελωρια αριστερα και δεξια του δρομου,κλειστα χωρις
ιχνος ζωης.Καποια φορα τρομαξε απο εναν ξαφνικο θορυ-
βο,προλαβε να δει εναν τεραστιο αρουραιο,ο αρουραιος δι-
εσχισε το δρομο καθετα με μεγαλη ταχυτητα και χαθηκε κα-
τω απο μια ερειπωμενη ξυλινη πορτα,σκεφτηκε πως στην
περιοχη θα υπηρχαν πολλα ποντικια.Μεσα στην ερημια
του σπιτιου ενιωσε ασφαλης.Το φαγητο του ηταν ελα-
χιστο,επειτα εσβηνε τη λαμπα πετρελαιου και εμενε
στο σκοταδι,πριν κοιμηθει.Ο υπνος του τον πρωτο και-
ρο ηταν ησυχος,τωρα τελευταια τον ξυπνουσε μεσα
στη νυχτα ενας ηχος απο βιολι,χωρις να μπορει να προσ-
σιορισει απο που προερχονταν στον χωρο.Καθε νυχτα
συνεβαινε το ιδιο,μια παραξενη και αινιγματικη μουσικη
απροσδιοριστη στο χωρο,η ωρα ,που τον ξυπνουσε δεν
ηταν παντα η ιδια,και η χρονικη διαρκεια ηταν διαφορε-
τικη.Πριν ξυπνησει εβλεπε παντα το ιδιο ονειρο:περι-
πλανιονταν σε μια τεραστια ερημο και καποια αστρα
στον ουρανο ειχαν τεραστια εκτυφλωτικη λαμψη,ακου-
γε γυρω του και περα μακρυα γαυγισματα σκυλων και
ουρλιαχτα λυκων,προς το τελος του ονειρου σκοντα-
φτε στο σωμα ενος ανθρωπου πεσμενου μπρουμητα
πανω στην αμμο,εσκυφτε και σηκωνε το κεφαλι του
ανθρωπου να δει το προσωπο του,δεν εβλεπε τιποτα,
κατασχισμενο και καταφαγωμενο,σαν να μην υπηρχε
προσωπο.Εκει σ'εκεινο το σημειο ξυπνουσε .Η ενταση
της μουσικης νυχτα με τη νυχτα μεγαλωνε,τωρα του
φαινονταν πως ερχονταν ψηλα πανω μεσα απο το σπιτι,
πραγμα περιεργο,αφου κανενας αλλος,οπως ηξερε δεν κα-
τοικουσε εκει πανω..Καποια νυχτα μην αντεχοντας το θορυ-
βο της μουσικης και απο περιεργεια σηκωθηκε ν'ανεβει να
δει,μετα απο δυο οροφους σταματησε ,δεν μπορουσε να συ-
νεχισει,το σκοταδι πυκνωσε και δεν εβλεπε σχεδον τιποτα.Η
μουσικη μετα απο εκεινο το βραδυ σταματησε.Για μια εβδο-
μαδα δεν ξανακουστηκε,επισης και το ονειρο δεν το ξαναει-
δε.Εκεινο το βραδυ δειπνησε νωριτερα και ξαπλωσε στο κρε-
βατι,το ασθμα τον επνιγε, ανεπνεε δυσκολα.Ξυπνησε μεσα
στον ληθαργο του,ακουσε την μουσικη ξανα,ηταν ιδρωμενος.
Ακινητος στο κρεβατι περιμενε να σιωπησει η μουσικη,εκει-
νη αντιθετα μεγαλωνε την ενταση της,συνεχης,ειχε καταλα-
βει πληρως τον χωρο.Απο εκει πανω.Αποφασισε να ξεκαθα-
ρισει το μυστηριο,σαν υπνωτισμενος ανεβαινε τις σκαλες,
του φανηκαν αμετρητες,σε καθε πλατυσκαλο απο το ανοιχτο
παραθυρο εβλεπε την παλια πολη,εμοιαζε με το τεραστιο σω-
μα ενος κοιμισμενου δρακου κατω απ'το φως του φεγγαριου,
ο ουρανος πανω ψηλα ηταν καθαρος και τον εσχιζαν ξαφνι-
κες αστραπες ,η βροντη τους ομως δεν εφτανε στα αυτια του,
η εκοφαντικη μουσικη καλυπτε τα παντα.Εφτασε ζαλισμενος
στη στενη σκαλα,που οδηγουσε στη σοφιτα.Η μουσικη προερ-
χονταν απο εκει μεσα,σαν καταραχτης επεφτε πανω του,παν-.
του.Η πορτα της σοφιτας ηταν κλεισμενη,κατω απο τη χαρα-
μαδα της εβλεπε φως.Με μεγαλη δυσκολια ανεβηκε τα σκαλια,
σταθηκε,διστασε να χτυπησει την πορτα,η καρδια του κοντευε
να σπασει,χτυπησε ελαφρα,επειτα δυνατωτερα,δεν πηρε α-
παντηση,ο θορυβος ηταν τοσο δυνατος και να φωναζαν δεν θ'
ακουγε,εσπρωξε την πορτα και την ανοιξε.Δεν αντικρυσε κανε-
ναν βιολιστη,προχωρισε,η σοφιτα ηταν αδεια και σκοτεινη,αν
και το παραθυρο της ηταν ανοιχτο σ'εναν εκτυφλωτικα φωτι-
σμενο ουρανο με αστερια σαν τεραστιους φαρους.Η μουσικη
δυναμωσε,στο ζενιθ,ο αερας στο δωματιο ηταν αποπνικτικος,
του φουσκωνε τα πνευμονια να σκασει,γυρω του μια απαισια
μυρωδια σαπισμενου ψαριου και μουχλας,του ερχονταν εμε-
τος,το σωμα του ετοιμο να καταρρευσει.Τοτε παρατηρησε
με τρομο οτι κατι αποκοσμο σαν απαισιο ρευστο γλυστρου-
σε στο πατωμα με συσπασεις χταποδιου και τον πλησιαζε συ-
νεχως.Δεν μπορουσε να κινηθει.Εκεινο το πλασμα τον πλησι-.
αζε.Τον πλησιαζε,τον πλησιαζε.Δεν αντεξε την αγωνια του
λιποθυμισε και επεσε κατω.
Το πρωι βρηκαν το πτωμα ενος αγνωστου ανθρωπου στο
δρομο κατω απο ενα απο τα πολυοροφα κτιρια της παλιας
πολης.Θεωρηθηκε πως ο ατυχος ανδρας αυτοκτονισε πεφτον-
τας απο το παραθυρο της σοφιτας του εγκατελειμενου σπιτιου,
που εμενε τους δυο τελευταιους μηνες.Ομως τους παραξενεψε
το προσωπο του, ηταν καταφαγωμενο και καταξεσχισμενο απο
τα δοντια καποιου ζωου.Παρ'ολες τις ερευνες δεν αποκαλυ-
φθηκε τιποτα,ακομη τους προκαλεσε μεγαλη εντυπωση η α-
παισια δυσοσμια στο δωματιο της σοφιτας,βρεθηκαν επισης
μερικες κηλιδες απο αιμα και ιχνη στο πατωμα σαν κατι γλοι-
ωδες να συρθηκε πανω του.
.
.
.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
.
Περασμενα μεσανυχτα.Οδηγουσε με μεγαλη ταχυτητα,
ειχε βγει εξω απο την πολη,σε μια μεγαλη ευθεια,το φως
του φεγγαριου φωτιζε το τοπιο.Ηταν αφηρημενος. Ξαφ-
νικα ειδε μπροστα του τη σκια ενος ανθρωπου,πατησε
φρενο,ηταν αργα,τον χτυπησε,το αυτοκινητο τρανταχτη-
κε δυνατα και σταματησε,βγηκε γρηγορα εξω,ο ανθρωπος
ηταν ξαπλωμενος στον δρομο,ακινητος,εσκυψε πανω του,
στο ψως του φεγγαριου ειδε το προσωπο του,απο το μετω-
πο του ετρεχε αιμα.Σηκωθηκε,μπηκε στο αυτοκινητο εκα-
νε οπισθεν εστριψε και με ιλιγγιωδη ταχυτητα απομακρυν-
θηκε.
Στο σπιτι εκλεισε τα παραθυρα και κοιμηθηκε με τα ρου-
χα.Οταν ξυπνησε το δωματιο ηταν σκοτεινο,κοιταξε το
ρολοι ,ηταν αργα ,μεσημερι.Πηγε στην τουαλετα,ανοιξε
το φως και ξυριστηκε.Μετα πηγε στο παραθυρο,το ανοι-
ξε για λιγο,κοιταξε εξω,λαμπερος ηλιος, και το εκλεισε
αμεσως.Ντυθηκε και βγηκε εξω.Αγορασε ολες τις πρωι-
νες και τις μεσημεριανες εφημεριδες και γυρισε σπιτι,τις
ξεφυλλισε με προσοχη,σε καμια δεν βρηκε να γραφουν
κατι.Περιμενε να κυκλοφορησουν οι απογευματινες
και οι βραδυνεςΟυτε και σ'αυτες εγραφαν κατι.Εφαγε
κατι προχειρο και ξαπλωσε με τα ρουχα και κοιμηθηκε.
Τον ξυπνησε,μεσα στη νυχτα,η αποπνιχτικη ζεστη.Σηκω-
θηκε και ανοιξε το παραθυρο στη νυχτα,παραξενευτηκε,
που δεν ενιωθε φοβο.Το φεγγαρι ψηλα στον ουρανο,ερι-
χνε τις σκιες του μεσα στο δωματιο.Εκλεισε το παραθυ-
ρο και βγηκε εξω στην πολη εκεινη την ωρα.Η πολη ηταν
αδεια.Στην πολη αυτη ειχε γεννηθει και σ'αυτην ειχε μεγα-
λωσει,ηταν αδυνατο να κρυφθει.Αισθανθηκε αγχος και
γυρισε στο σπιτι.Απο τη σκαλα ακουσε το τηλεφωνο να
χτυπα,δεν βιαστηκε.Μολις ανοιξε την πορτα και μπηκε
εκεινο σταματησε.Κοιμηθηκε.Τον ξυπνησε ο θορυβος
του τηλεφωνου,σηκωθηκε με δυσκολια και σηκωσε το
ακουστικο.Ηταν η φιλεναδα του,τον ρωτησε τι εγινε και
χαθηκε δυο μερες,εκεινος την ρωτησε τι ωρα ειναι,ηταν
περασμενα μεσημερι.Του ειπε πως θα περασει απ'το
σπιτι να τον δει,εκεινος της ειπε πως δεν θελει,να μην
ερθει και της εκλεισε το τηλεφωνο.Εκεινη ξαναπηρε,
δεν το σηκωσε,το αφησε να χτυπα .Μετα απο λιγο ακου-
σε χτυπημα στην πορτα,πηγε και ανοιξε ,ηταν εκεινη,
αρχισε τις ερωτησεις,δεν της απαντησε.Τον ρωτησε με
κοκκεταρια αν τα μαλια της ηταν ωραια ετσι,που τα ει-
χε χτενισμενα.Ουτε και σ'εκεινο της απαντησε.Εκεινη
γελασε.Του ειπε ,πως αργησε ,θα γυρισει στη δουλεια.
Της φωναξε πως κουρασθηκε ,και θελει να διακοψουν,
εκεινη παλι γελασε φευγοντας.Εμεινε μονος.
Και στις εφημεριδες εκεινης της μερας δεν βρηκε τιπο-
τα,σαν εκεινο να μην ειχε συμβει.Αλλα ουτε και τις ε-
πομενες μερες.
Περασαν περιπου οχτω μηνες.
Μεσα σ'αυτους τους οχτω μηνες του συνεβησαν τρια
παραξενα γεγονοτα.
Την πρωτη φορα,πριν το μεσημερι,κοντα στο κεντρο
της πολης,ειχε σταματησει στο κοκκινο,και αφηρημενος
χαζευε τα διπλανα σταματημενα αυτοκινητα,ξαφνικα
ενας απο τους οδηγους γυρισε προς το μερος του και τον
κοιταξε,ταραχτηκε,ηταν εκεινος ο ανθρωπος,ανεκφρα-
στος,το φαναρι εγινε πρασινο ,ξεκινησαν,και χαθηκε με-
σα στο πληθος των ανθρωπων και τα αυτοκινητα.
Μετα απο ενα μηνα,υπολογισε,μπηκε τυχαια σ'ενα κεν-
τρικο κινηματογραφο.Η αιθουσα σκοτεινη,τεραστια,βρη-
κε στα τυφλα μια θεση και καθησε,το εργο ειχε αρχισει.
Ενα ασπρο-μαυρο φιλμ νουαρ.Παρακολουθουσε το εργο
αφηρημενος,και ξαφνικα ,ενταθηκε η προσοχη του,ειδε
στην οθονη ενα οδηγο μεσα στο αυτοκινητο του να
οδηγει τη νυχτα με μεγαλη ταχυτητα,τον προσεξε,εμοιαζε,
ο ιδιος ηταν,με εκεινον τον ανθρωπο.Το πλανο εδειξε μια
σκια να κινειται,μπροστα στον δρομο,ταυτοχρονα ακουστη-
κε δυνατο φρεναρισμα,εσπασαν τα αυτια του.Στο κοντινο
πλανο ειδε το τσακισμενο κεφαλι ενος ανθρωπου.Ταραχτη-
κε εκεινος ο ανθρωπος σε καποιον εμοιαζε.Αυτον τον ιδιο.
Σηκωθηκε απο το καθισμα του και βγηκε εξω απο την αιθ-
ουσα προβολης.Στην αφισα διαβασε τον τιτλο της ταινιας
και τα ονομαα των πρωταγωνιστων,ο πρωταγωνιστης ηταν
ενας πολυ δημοφιλης αμερικανος ηθοποιος.
Την νυχτα εμεινε ξαγρυπνος,δεν κοιμηθηκε.
Περασαν δυο μηνες,και την τριτη φορα ηταν σ'ενα μπαρ.
Καθονταν αφηρημενος μεσα στον χαμηλο φωτισμο του
χωρου κι επινε το ποτο του,ενα τζιν με σοδα.Δυνατα γελια
τον ξυπνησαν,απο το διπλανο τραπεζι.Ο αντρας απεναντι
του ,εβλεπε το προσωπο του,ειχε αναμενο τον αναπτηρα
και προσφερε φωτια να αναψει το τσιγαρο η γυναικα απε-
ναντι του,με γυρισμενη την μισογυμνη πλατη της σ'αυτον.
Δεν τον ενοχλησε το γεγονος πως εκεινος ο αντρας ηταν
εκεινος ο ανθρωπος.Καθε τοσο η κυρια γελουσε σε κατι,
που της ελεγε ο αντρας.Παρατηρησε πως ο αντρας ηταν
αριστεροχειρας.Οταν σηκωθηκαν να φυγουν ,η γυναικα
γυρισε το σωμα της προκλητικα προς αυτον,την αναγνω-
ρισε,ηταν η πρωην φιλεναδα του .Δεν τους ακολουθησε
με το βλεμμα του να απομακρυνονται και να χανονται.
Εμεινε να πιει το ποτο του,ζητησε να του φερουν και
δευτερο.
Εκεινο το βραδυ δεν πηγε σπιτι,περασε τη νυχτα του
σε ενα παλιο ξενοδοχειο ,κοντα στο κεντρο.Η ζεστη
δεν τον αφησε να κοιμηθει.
Το βραδυ εκεινης της μερας πηγε να κοιμηθει στο
σπιτι του.Αποσυνδεσε το τηλεφωνο,κι ανοιξε ολα
τα παραθυρα στο νυχτερινο φως.Ξαπλωσε στο κρε-
βατι και απο εκει παρακολουθουσε ηρεμος το φεγγα-
ρι στον ουρανο.
Να αδειαζει το φως του,υστερα να χανεται και παλι
να γεμιζει φως.
Ξυπνουσε τα μεσημερια,καθονταν στον καναπε και
διαβαζε ως αργα τα απογευματα.Ειχε αφησει να μεγα-
λωσουν τα γενια του,και παντα οταν εβγαινε εξω φο-
ρουσε σκουρα γυαλια,και τη μερα και τη νυχτα.Καποι-
ες φορες φοβηθηκε πως θα τον αναγνωρισουν.Οταν
συναντουσε γνωστους η' συγγενεις τους απεφευγε,στρι-
βοντας στη γωνια του δρομου,ειτε περνωντας στην απε-
ναντι πλευρα του δρομου,ειτε χαμηλωνοντας το κεφαλι
περνουσε γρηγορα απο διπλα τους,τρεμωντας απο την
αγωνια,μην τον γνωρισουν,ειτε προχωρουσε κατευθειαν
πανω τους,τους ρωτουσε κατι,στη τυχη,για καποιο δρο-
μο,για καποια πλατεια,για καποιο μουσειο,τους αιφνι-
διαζε με το ασημαντο,ετσι τους ξεφευγε το σημαντικο.
Στο σπιτι μεχρι αργα τη νυχτα εγραφε.Τα διηγηματα του
ηταν κυκλικα.
Τον τελευταιο καιρο σταματησε το γραψιμο.Ειχε ενοικια-
σει ενα σπιτι στα περιχωρα και εμενε εκει.
Εκεινη τη νυχτα ειχε δροσισει λιγο,απο το ανοιχτο παρα-
θυρο,προς τη δυση,εμπενε στο δωματιο το αρωμα απο τα
λουλουδια του κηπου.
Βγηκε εξω να περπατησει,ηταν περασμενα μεσανυχτα.
Περπατουσε μεσα στον νυχτερινο αερα,κατω απο τα φυλ-
λωματα των δεντρων,το φως του φεγγαριου περνουσε ανα-
μεσα απο τα κενα,που αφηναν και προβαλωνταν με φωτει-
νεινα και σκοτεινα σχηματα στο δρομακι.
Ειχε φτασει στον μεγαλο δρομο,εκανε ενα βημα να τον
διασχισει,ενα δευτερο,ενα τριτο,ενα πολυ δυνατο φως τον
τυφλωσε,ακουσε εναν τρομαχτικο θορυβο φρενων,τ'αυτια
του εσπασαν,δεχτηκε ενα τρομερο χτυπημα στο σωμα,τραν-
ταχτηκε,επεσε στον δρομο,ζαλισμενος ,μεσα απο τα θολα
ματια του διεκρινε,πολυ κοντα στο προσωπο του,το προσω-
πο του ανθρωπου εκεινης της νυχτας,που τον κοιτουσε,αδια-
φορο και σκληρο,την ιδια στιγμη τον τρανταξε ενας δυνα-
τος σπασμος στο σωμα κι εχασε τις αισθησεις του.
.
.
.
Ο ΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ
.
.
Ο πρωτος φονος συνεβηκε σ'ενα παλιο διο-
ροφο σπιτι με γαλαζιους τοιχους, διπλα στις
γραμμες του ηλεκτρικου,αριστερα.Στην αρχη
της μεγαλης ευθειας,προς τα βορεια-δυτικα.
Το θυμα ηταν μια γυναικα ,περιπου σαραντα
χρονων.Το πτωμα της βρεθηκε μισογυμνο,
ξαπλωμενο σ'ενα καναπε ,στο σαλονι του
διαμερισματος που εμενε ,στον δευτερο ορο-
φο.Στο πατωμα υπηρχαν σκορπισμενα αδεια
μπουκαλια αλκοολ, μπυρες και ουισκι. Ο
δολοφονος πρωτα τη χτυπησε δυνατα στο
κεφαλι με γροθια,κι επειτα , μισολιποθυμη
οπως ηταν ,της εκοψε την καρωτιδα.Το μα-
χαιρι του εγκληματος δεν βρεθηκε.Γενικα
η ατμοσφαιρα του χωρου του εδινε την
εντυπωση ενος θεατρικου σκηνικου.Οι κι-
τρινες κουρτινες στο μοναδικο παραθυρο
και το εξωτερικο φως μεσ'απ'αυτες χυνο-
νταν στο εσωτερικο του δωματιου κιτρινω-
πο.Η σταση του σωματος της δολοφονημενης
γυναικας ηταν κι αυτη θεατρικη.Τα γυμνα της
ποδια ηταν παχια,σαρκωμενα, το κεφαλι της
,με ξανθα μαλλια στο οξυζενε,ηταν γερμενο
προς τα πισω, λιγο προς πλαγια δεξια, το αρι-
στερο της χερι κρεμονταν σε γωνια εξην-
τα μοιρων απο τον κορμο της,στον καρπο
φορουσε μια χρυση αλυσσιδα και στα δα-
κτυλα διαφορα δακτυλιδια.Απο τις ανακρι-
σεις που εκανε στον περιγυρω της ατυχης
γυναικας δεν ειχε εχθρους,τουλαχιστον φανε-
ρους, το επαγγελμα της,εδω και μια εικοσαε-
τια ,ηταν αυτο της πορνης .Συχναζε σε υπο-
πτα στεκια,ψαρευε πελατες σε σκοτεινους
αποκεντρους δρομους ,και πολλες φορες ε-
κανε πιατσα , τις νυχτερινες ωρες,στους
υπογειους σταθμους του ηλεκτρικου.Ερευ-
νησε και κατεγραψε με λεπτομερεια τον χω-
ρο του διαμερισματος,Τα αντικειμενα και
τη σχετικη τους θεση.Του εκανε εντυπωση
το μοντερνο γουστο στη διακοσμιση του
θυματος.Συγκεκριμενα,στον τοιχο απεναν-
τι απ'τον καναπε,που βρεθηκε δολοφονημε-
νη,ηταν κρεμασμενος ενας ζωγραφικος πι-
νακας μεγαλων διαστασεων .Το θεμα του ε-
παναλαμβανομενοι ρομβοι σε διαφορα
αυξομειουμενα μεγεθη βαθμιαια συστρεφο-
μενοι ,γυρω απο αξονες διαφορων διευ-
θυνσεων, επανερχομενοι συνεχως στην
αρχικη θεση,με περιοδικο τροπο,μονο-
χρωμοι ,σε πολλες χρωματικες διαβαθ-
μισεις του πρασινου.Καθως πανω στον
πινακα επεφτε το κιτρινωπο φως απ'το
απεναντι παραθυρο ,αναμειγνυονταν
με το πρασινο και οι ρομβοι αποκτου-
σαν γαλαζια αποχρωση.
Τις επομενες μερες οι ανακρισεις στα
κακοφημα στεκια και στους ανθρωπους
του υποκοσμου δεν προσθεσαν στην
ερευνα τιποτα καινουργιο.Η υποθεση
του φονου βρισκονταν στο σκοταδι ,α-
νεξιχνιαστη.
Το δευτερο θυμα ηταν παλι γυναικα,τρι-
αντα με σαραντα χρονων,ανεργη, με ψυ-
χολογικα προβληματα,ειχε νοσηλευτει
στο ψυχιατρειο.Εμενε μονη της στο σπι-
τι που κληρονομησε απ'τους γονεις της.
Στην δεξια πλευρα της μεγαλης ευθειας
του ηλεκτρικου,οπως ανεβαινει βορειο-
δυτικα,περιπου στη μεση της.Τα παραθυ-
ρα του σπιτιου ηταν χρωματισμενα πρα-
σινα .Η γυναικα βρεθηκε στο πατωμα ,
μεσα σε μια λιμνη απο αιμα, το δωματιο
ηταν ακαταστατο κι ειχε μια βαρια μυ-
ρουδια , απο το μακροχρονιο κλεισιμο.
Απο την κουρτινα στην πορτα του μπαλ-
κονιου εμπενε μεσα το φως, σε φωτεινες
και σκοτεινες λωριδες,γκριζογαλανο.Ο
θανατος του θυματος ειχε προελθει ,κατ'
αρχην, απο βιαιο στραγγαλισμο του λαι-
μου απο τα χερια του δραστη,κι υστερα
ακολουθησαν πολλες μαχαιριες σε δια-
φορα σημεια στη κοιλια της γυναικας.
Αφου παρατηρησε με προσοχη το σκη-
νικο , ειδε μπροστα στα ματια του την
παρανοικη σκηνογραφια ενος μανιακου.
Προχωρησε στο δωματιο,προσεχωντας να
μην πατησει κατι,κι ανοιξε το παραθυρο
να αερισθει ο χωρος.Περιεργαστηκε με
προσοχη στον τοιχο ενα πινακα ζωγραφι-
κης,ανυπογραφο,σε κιτρινο χρωμα μονοχρω-
μο.Στις ανακρισεις δεν βγηκε τιποτα,η γυ-
ναικα οχι μονο δεν ειχε εχθρους,αλλα ουτε
καποιους γνωστους και συγγενεις,ζουσε
σχεδον σαν να μην υπηρχε.Ετσι κι αυτη η
υποθεση κινδυνευε να μεινει στο σκοτα-
δι , ανεξερευνητη.
Βρισκονταν σε αδεια, οταν του τηλεφω-
νησαν,λιγο πριν το ξημερωμα, στο σπιτι του,
για τη δολοφονια μιας γυναικας ,στην περι-
οχη της τριτης μεγαλης ευθειας του ηλεκτρι
κου,εκατο μετρα περιπου πριν το τελοςτης,
αριστερα.Ετρεξε αμεσως εκει.Το σπιτι ειχε
κηπο γυρω του κι εκεινη την εποχη ειχαν
ανθισει κιτρινα τριανταφυλλα.Η γυναικα
ειχε πυροβοληθει απο κοντινη αποσταση
στη καρδια,και πολλες φορες στο στηθος .
Εμαθε πως ηταν χωρισμενη ,θρησκοληπτη,
ηλικια σαραντα με πενηντα.Τα τελευταια χρο-
νια ζουσε ολομοναχη,κανενας δεν την επι-
σκεπτονταν κι η μοναδικη συντροφια της
ηταν μια γατα.Απο το γαμο της δεν ειχε απο-
κτησει παιδια.Το θυμα εμενε στα πανω δωνα-
τια, το κατω σπιτι χρησιμευε παλια για απο-
θηκη.Αφου περιεργαστηκε την ατυχη γυναικα
,τη σταση της ,τα ρουχα της , τα τραυματα
που ειχε,το χωρο γυρω,απομακρυνθηκε απο
κοντα της να εξετασει και τ'αλλα δωματια.
Στο δωματιο προς τα βορειο -δυτικα,στον
αριστερο τοιχο καθως εμπενε,ανακαλυψε
εναν ζωγραφικο πινακα ,μονοχρωμο στις
αποχρωσεις του γαλαζιου χρωματος.Ανα-
παριστουσε μια οπτικα κινουμενη ακο-
λουθια τελεια σχεδιασμενων κυκλων με
ποικιλες διαμετρους ,που κατα πασα πι-
θανοτητα οριζονταν απο καποιο αναδρο-
μικο τυπο μιας αγνωστης μαθηματικης α-
κολουθιας.Η συνεχης,μινιμαλιστικη, οπτι-
κη κινηση των γαλαζιων κυκλων στον πι-
νακα τον ζαλισε για λιγο καθως τον παρα-
τηρουσε.Προχωρησε επειτα στο απεναντι
παραθυρο απ'το πινακα,τραβηξε τις κουρ-
τινες ,κι ο χρωματισμος του πινακα μετα-
βληθηκε σε πρασινωπος.Επεστρεψε στο
χωρο του εγκληματος,ολα εδειχναν ενα
φονο μετα ληστειας:τα αναποδογυρισμενα
πραγματα,τα ανακατωμενα συρταρια,η πα-
λη μεταξυ του θυματος και του δραστη.Το
πτωμα το ειχαν τυλιξει σ'ενα λευκο σεν-
τονι, που 'χε λεκιαστει απ'το αιμα,κοκκινο.
Εκεινη τη στιγμη του'ρθε στον νου ενας
νομος της Λογικης του Αριστοτελη:ο Νομος
του Αποκλεισμου του Τριτου: η' θα ειναι
το Α η' δεν θα ειναι το Α.
Αργα το απογευμα γυρισε στο σπιτι,κλει-
στηκε στο γραφειο του,κι εμεινε ξαγρυπνος
στον καναπε ξαπλωμενος, με ανοιχτο το
παραθυρο στη νυχτα, μεχρι το ξημερωμα
συλλογιζονταν,επειτα πληρως ικανοποι-
ημενος κοιμηθηκε μεχρι αργα τ'απογευμα.
Συγκρινε τις ημερομηνιες που διαπραχτηκαν
οι φονοι,τα χρονικα διαστηματα ηταν περιοδικα,
απο φονο σε φονο μεσολαβουσε χρονικο δια-
στημα εφτα ημερων, ολα τα θυματα ηταν γυ-
ναικες,με φυσικη ,κοινωνικη αδυναμια,η θε-
ατρικη σκηνογραφια των φονων ,η ρητορικη
χρωματικη επαναληπτικοτικα των συμπληρω-
ματικων χρωματων :γαλαζιο -κιτρινο-πρασινο
και ο τοπος ,ο ιδιος, :η μεγαλη ευθεια του ηλε-
κτρικου.Ενιωθε παραξενη βεβαιοτητα ,για
το σχεδιο της αποκαλυψης, ηταν απλα θεμα
υπομονης:σ'εφτα ακριβως μερες απο σημερα.
Ανατριχιασε στην ιδεα,πως η εφυια του ανθρω-
που απο θεικο δωρο μπορει να καταπεσει σε
καταρα καταστροφης.Το ασβηστο μισος ,μαζυ
με φθονο που ενιωθε εκεινος ο ανθρωπος ,τον
εκανε να'ναι πιο προσεκτικος, να μεθοδευσει
σιγουρα τα βηματα του και να αποκλεισει
τα λαθη στο σχεδιο του.Καποτε εκεινος τον
ειχε παρομοιασει με την αραχνη ,που υφαινει
τον ιστο της υπομονετικα και περιμενει
το θυμα της στο κεντρο του.
Οταν ξημερωσε η εβδομη μερα ενιωθε παρ'
ολη την σχολαστικη προετοιμασια καποια
μικρη νευρικοτητα.Πηρε τον ηλεκτρικο ,
ακριβως το μεσημερι,κατεβηκε στο σταθμο
πιο κατω απο το προκαθορισμενο σημειο.
Περπατησε μεχρι το μονοοροφο σπιτι με τα
κοκκινα κεραμιδια της στεγης,αφυλακτο.
Δεν μπηκε στο σπιτι απο την πορτα της
εισοδου,εφερε το γυρω του ,εσπρωξε με
προσοχη να μην ακουστει θορυβος μια στενη
παραπλευρη πορτα και μπηκε γρηγορα μεσα
στο σπιτι ,κλεινοντας την πισω του.Προχω-
ρησε στον μισοσκοτεινο διαδρομο που
βρεθηκε μπροστα του κι εφτασε σε μια
ξυλινη σκαλα,την ανεβηκε με αυτοπεποιθηση
,κλεισμενος στους δυο τοιχους της που
την περιεβαλαν.Περιπου στο μεσον της του'
δωσε ξαφνικα την εντυπωση πως βαθμιαια
καμπυλωνε σαν τοξο,που ετοιμαζεται να
τον εκτιναξει.Συνεχισε ,χωρις ανησυχια, και
βρεθηκε στο τελος της σκαλας σ'εναν επι-
μηκη κλειστο χωρο,με μια μεγαλη σειρα
παραθυρων στην αριστερη πλευρα του,με
πανοραμικη θεα στη πολη .Στο τελος του
χωρου απο ενα τοξοτο ανοιγμα , εισχωρησε
,οπως διαπιστωσε,σ'ενα παρομοιο επιμηκη
χωρο.Παλι σειρα παραθυρων , και πανορα-
μικη θεα της πολης απ'αυτα.Το ιδιο επανα-
ληφθηκε πολλες φορες,αρχισε να νιωθει
φοβο,και συγχιση,διστασε να προχωρησει
κι αλλο και γυρισε προς τα πισω.Το ιδια\επιμηκη
δωματια,με τις σειρες των παραθυρων ,και την\
πανοραμικη θεα της πολης απ'αυτα.Τοτε καταλα-
βε τι συνεβαινε .κρυος ιδρωτας τον ελουσε ,επιτα-
χυνε το βημα του,να δει περισσοτερο.Γρηγορα
επιβεβαιωσε τους φοβους και την υποθεση του:
στους ταυτοσημους ,επιμηκεις χωρους η σειρα
των παραθυρων,σε ποια πλευρα του χωρου
βρισκονταν,και ποια θεα της πολης εδειχναν,
επαναλαμβανονταν με περιοδικοτητα 7.
Πειραματισθηκε , πηγαινοντας μπροστα και
πισω,σε καποιους χωρους που τους επελεξε
σαν σημεια αναφορας,σημεια εκκινησης.Κατα
παραδοξο τροπο παρεμειναν σταθεροι οταν
επεστρεφε σ'αυτους.Μετα απο πολλες περιπλα-
νησεις ανακαλυψε την συνεχη αλλαγη των
περιοδων:π.χ αλλοτε ακολουθουσαν τους
ορους,διακριτα,εναν προς εναν της αριθμητι-
κης προοδου των φυσικων αριθμων:1,2,3,....
η' της σειρας του Fibonacci:1,1,2,3,5,8,13,21,...,
η' τους ορους της γεωμετρικης προοδου:2,4,
8,16,32,...,αλλοτε την περιοδο δεκαδικων
ψηφιων της ατελους διαιρεσης :1:7=0,142857,
η' την πολυπλοκη συνθεση τους,βασει πολυ-
πλοκων αναδρομικων τυπων,παραδειγμα:
1, 1, 2.142857,2,1,4.142857,3,2,8.142857,...
Διαισθανθηκε ενορατικα την πολυπλοκη
απειροτητα των εναλλαγων γνωριζοντας
πως οι φυσικοι αριθμοι ειναι δημιουργημα
του θεου ,κι ολα τ'αλλα ειναι κατασκευασμα-
τα του ανθρωπου.Δεν χρειαστηκε αλλα στοι-
χεια για την αποδειξη του.Χαμενος χωρις
επιστροφη μεσα σ'αυτον τον λαβυρινθο των
αριθμων της ευθειας γραμμης ,συλλογισθηκε
απελπισμενος πως ο αντιπαλος τους ειναι
τρομακτικα ιδιοφυης και πως το μεγαλο
παθος του για εκδικηση και για εκμηδενιση του
ειναι ανελεητο.Η ψυχρη υπολογιστικη θελη-
ση του αλλου να τον εξοντωσει ,να τον
διαλυσει, δημιουργησε αυτη την τρομακτικη
αναπαρασταση της πραγματικοτητας.
Δεχτηκε χωρις αντισταση πια τη μοιρα της
μυγας στον ιστο της αραχνης , νικημενος.
Αλλοτε ακουγε καθαρα πισω του τα βηματα
του να τον πλησιαζουν ,επιμονα και σταθερα,
να τον φτανουν απο στιγμη σε στιγμη.Κι αλ-
λοτε να τον πλησιαζουν απειλιτικα απο
μπροστα να τον συναντησουν.
Αλλες φορες για μεγαλα χρονικα διαστηματα,
που του φαινονταν αιωνια ,αφουγκραζονταν
και δεν ακουγε τιποτα,τον παραμικρο ηχο.
Κι αλλες φορες εφτανε αμυδρα ακαθο-
ριστος απο μακρυα ο αποηχος των βηματων
του απο καποια κατευθυνση του χωρου,που
δεν γνωριζε αν ηταν πραγματικος η' η πολ-
λαπλη αντανακλαση του στον τεραστιο
χωρο,που δεν ηξερε αν πραγματικα εκτει-
νονταν απειρα η' ηταν ελαχιστος ,ενα σημειο,
αλλα με μια τεραστια αναγεννητικη δυναμη
συνεχων αναδιπλασιασμων ,σαν ζωντανος
ιδιοφυης οργανισμος.
Καποτε δεν αντεξε αλλο εκεινο το ανελεη-
το κι απελπιδο κυνηγητο,καμφτηκε,που ισως
να διαρκουσε μια αιωνιοτηταΑποφασισε να
συναντησει το τελος του.Χωρις δισταγμο,με
αποφασιστικοτητα ,σε καποιον απ'τους απει-
ρους επιμηκεις χωρους , αφησε στο δαπεδο,
στο κεντρο του ,το μαχαιρι , να λαμπυριζει
το μεταλλο του στο φως απ'τη σειρα των
απροσωπων παραθυρων , να το βρει ο αλλος.
.
.
.
Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ
.
.
Η εξαφανιση του ηταν ανεξεξηγητη.Οι δικοι του μου ει-
παν πως δεν ειχαν παρατηρησει κατι παραξενο σάυτον.Τις
διακοπες απο το Πανεπιστημιο της περνουσε κοντα τους,
και μεχρι αργα τη νυχτα μελετουσε.Λιγο καιρο μετα την
εξαφανιση του μου προτειναν να παρω την εδρα της Λογι-
κης,που εκεινος ειχε,δεχτηκα την τιμη.Μελετησα το τερα-
στιο εργο του με προσοχη,λογω και της φιλιας που ειχα
μαζυ του.Οι φοιτητες του ειχαν πολυ εντονη την αναμνη-
ση των μαθηματων του.Τον θυμαμαι ,ψηλος και λεπτος,
ενας ανθρωπος με οξυτατη διανοια.Ειχε αφησει χιλιαδες
σελιδες χειρογραφα,δυσκολο να ταξινωμηθει αυτο το
υλικο.Εκτος απο καθαρα κειμενα για την Λογικη,υπηρ-
χαν και κειμενα,καποια συντομα αλλα εκτεταμενα,πολλα
ατελειωτα,καποια απο αυτα αναφερονταν στην Λογοτε-
χνια του Φανταστικου.Η πολυμορφια και η πολυσημια
τους με γοητευσε.Αναμεσα σ'αυτα τα χειρογραφα βρηκα
και μερικα γραμμενα σε μια γλωσσα τελειως αγνωστη
σ'εμενα,Σε καποια χειρογραφα τον αποσχολουσε η
λογικη συγκροτηση των Ανωτατων Οντων.Επιπονη δου-
λεια,αρχισα να νιωθω ισχυρους πονοκεφαλους κι εβλε-
πα συχνα παραξενα ονειρα.Σ'ενα απ'αυτα,θυμαμαι κα-
θαρα,πηγαινα με τον φιλο μου στην παληα πολη,με πα-
ρατουσε εκει και εξαφανιζονταν,προσπαθουσα αλλα η-
ταν αδυνατο να βγω απο εκεινον τον πολυπλοκο λαβυ-
ρινθο των δρομων,λιγο πριν ξυπνησω καταφερνα να
ξεφυγω απο την αιχμαλωσια του.Ειχα φτασει στο τελος
της εργασιας ,και ημουν ετοιμος να ανακοινωσω τα απο-
τελεσματα της,οταν ,τυχαια,σε ενα απο τα βιβλια της
τεραστιας βιβλιοθηκης του ανακαλυψα ενα χειρογρα-
φο του ξεχασμενο εκει.Το πηρα και το διαβασα,ενιωσα
φοβο και τρομο.τοσο ,που σκεφτομαι πολυ σοβαρα α-
φου καταθεσω την εργασια μου στο Πανεπιστημιο να
παραιτηθω απο την εδρα.
Αντιγραφω το κειμενο του χειρογραφου,οπως ακριβως
το βρηκα,και πιστευω πως και σεις ,που θα το διαβασε-
ται θα νιωσεται τον ιδιο φοβο και τον ιδιο τρομο οπως
εγω:
''Ξυπνησα.Το μετωπο μου ιδρωμενο,ο καθρεφτης απεναν-
τι μου στο δωματιο αντανακλουσε το φως του φεγγαριου,
η νυχτα ηταν ησυχη,το παραθυρο ηταν ανοικτο,ενιωσα
ψυχρα και σηκωθηκα να το κλεισω.Απο εκει ειδα την
παληα πολη να εχει επεκταθει τοσο πολυ ,που η νεα πολη
εξαφανιστηκε,εκτοπιστηκε,η πολη αυτη ειχε εξαπλωθει
παντου στον χωρο,στην αρχη δεν εδωσα σημασια,το πηρα
για οφθαλμοαπατη και ημουν ετοιμος να κλεισω το παρα-
θυρο ,οταν κατι με σταματησε,δεν ηταν ευκολο να το
συνειδητοποιησω,μου φανηκε πως το σπιτι ταξιδευε,
πετουσε πανω απο την πολη,εσκυψα και κατω χαμηλα
ειδα μια τεραστια πλατεια με σχημα κανονικου δωδεκα-
γωνου,και αντιστοιχα δωδεκα λεωφοροι συνεγκλιναν στο
κεντρο του δωδεκαγωνου, τοτε διεκρινα μεγαλο πληθος
οντων και απο τις δωδεκα λεωφορους να συρρεει στην
μεγαλη πλατεια,μαζευονταν στο κεντρικο της σημειο,εκει
ειδα,αν μπορω να πω ετσι,ενα τεραστιο μνημειο ,που ακτι-
νοβολουσε εκτυφλωτικα,το φως ενος αστρου σε εκρηξη
σουπερ νοβα,προσπαθησα να συνελθω απο αυτο το παρα-
ξενο θεαμα,τραβηχτηκα απο το παραθυρο και το εκλεισα,
και ξαπλωσα στο κρεβατι να κοιμηθω,ο καθρεφτης εσβυ-
σε,το δωματιο βυθιστηκε στο σκοταδι.Δεν ηταν ευκολο να
κοιμηθω,ανοιξα το φως στο τραπεζακι διπλα,πηρα ενα βι-
βλιο ,που ηταν εκει πανω να διαβασω,μετα απο καποιες
σελιδες το αφησα,εκλεισα τα ματια και εμεινα ακινητος,
δεν ξερω ποση ωρα,επειτα τα ανοιξα και τοτε ειδα απεναν-
τι τον καθρεφτη,ο καθρεφτης ηταν παντα ενα αντικειμενο,
που με γοητευε απο την παιδικη μου ηλικια,αφαιρεθηκα
σε σκεψεις για την ιδεα του καθρεφτη,μεσα σ'αυτον αντι-
στρεφεται ο κοσμος,απο την αφαιρεση μου με εβγαλε
αυτο,που εβλεπα μεσα σ'αυτον,η εικονα εκει μεσα δεν
ηταν ενα τμημα του δωματιου,οπως ηταν φυσικο,αλλα
εβλεπα την επιφανεια μιας ερημου,η αμμος πανω της συ-
νεχως κυλλουσε αλλαζοντας θεση,ηταν τοση ορμητικη
η κινηση της προς τα εμπρος,που φοβηθηκα αληθινα πως
θα κυλλησει μεσα στο δωματιο και θα το πνιξει.Η κινηση
στη εικονα του καθρεφτη μου εδωσε την εντυπωση πως
ηταν το υποκειμενικο βλεμμα ενος ανθρωπου,που περπα-
τουσε πανω στην επιφανεια της ερημου,η μεγαλη ανυπο-
φορη ζεστη,που ενιωσα μαζυ με την μεγαλη κουραση,τα
ποδια μου ηταν πιασμενα με τρομαξε,σηκωθηκα κι ετρε-
ξα για το μπανιο,διασχιζοντας το δωματιο,πανω στη βια-
συνη μου σκονταψα σε κατι ,επεσα κατω και λιποθυμησα.
Οταν συνηλθα ακουγα καθαρα τα τζιτζικια εξω,σηκωθηκα ,
πηγα στο μπανιο κι εριξα νερο στο προσωπο μου να συνελ-.
θω.Ετοιμασα κατι προχειρο για φαγητο,δεν ειχα ορεξη,το
αφησα,επειτα πηγα στο γραφειο,πηρα ενα χαρτι κι αρχισα
να γραφω:''Οι φωνες απο εκεινα τα μη-ανθρωπινα πλασμα-
τα ειχαν μια τρομαχτικη αρμονια και συμμετρια στη...''
σταματησα,το εσκισα,για εκεινο το βραδυ δεν θυμαμαι
περισσοτερα.Τις επομενες μερες,ενιωθα μεγαλη διαυ-
γεια και εμπνευση και συνεχισα να γραφω την εργασια
μου για την φαντασιακη θεσμιση,οργανωση,''του Ειναι-
να ειναι -στην Λογικη ''.Περπατουσα μεσα στην παληα
πολη,περιφερομουν στους δρομους της,εκει μεσα αισθα-
νομουν οικειοτητα,σαν να αναγνωριζα η να ξαναθυμο-
μουν.Καποια μερα μπηκα σ'ενα απο εκεινα τα σπιτια,
χωρις πολυ καλα να καταλαβω πως,στον χαμηλο φωτι-
σμο ανεβηκα την ξυλινη εσωτερικη σκαλα,στην κορυ-
φη της βρεθηκα μπροστα σε μια κλειστη πορτα,την
ανοιξα,εκεινη ετριξε,και μπηκα σε μια μεγαλη αιθου-
σα,εδω το φως ηταν πιο δυνατο,απο την οροφη της,
στο κεντρο της,κρεμονταν ενας πολυελαιος ,γυαλινος
με πρισματικα κρυσταλλα,στα τεσσερα ορθογωνια των
τοιχων ,στο κεντρο τους ακριβως,ηταν κρεμασμενοι τεσ-
σερις μεγαλοι καθρεφτες,με ξυλογλυπτες κορνιζες,ολες
ομοιες,προχωρησα στην αιθουσα και σταθηκα κατω
απο τον πολυελαιο,ακριβως στο κεντρο της αιθουσας
περικυκλωμενος απο τους τεσσερις καθρεφτες.Το ειδω-
λο μου απο καθρεφτη σε καθρεφτη πολλαπλαζιαζονταν
σε απειρα ειδωλα,χαθηκα.Δυσκολα συνηλθα.Μου εκανε
εντυπωση,σε διαφορα σημεια της αιθουσας υπηρχαν κω-
νικοι σωροι αμμου,ασυναισθητα με το ποδι μου σκορπισα
ενα απ'αυτους,τρομαξα πολυ,απο μεσα του πεταχτηκε ενα
μαυρο πραμα,προλαβα να δω εναν τεραστιο αρουραιο,που
γρηγορα κρυφτηκε μεσα σ'ενα αλλο σωρο αμμου,μετα
απο αυτο δεν καθισα αλλο,περασα την πορτα χωρις να την
κλεισω,κατεβηκα στα σκοτεινα τη σκαλα,και βρεθηκα
εξω στο δρομο.Ειχε νυχτωσει,το φεγγαρι ηταν πανσελη-
νος,φωτιζε δυνατα τα παντα.Ακουσα ενα θορυβο πισω
μου,γυρισα να δω ,πεταχτηκα,ενας τεραστιος αρουραιος
χυμηξε πανω μου,κλωτσισα,φωναξα μ'ολη την δυναμη
μου,μια αγελη αρουραιων μου επιτιθονταν,προλαβα να
τρεξω οσο γρηγορα μπορουσα .
Εκεινη τη νυχτα κοιμηθηκα πολυ ασχημα,τα ονειρα
εφιαλτικα,σ'ενα απο αυτα ,θυμαμαι ,εβλεπα καποιες
τοιχογραφιες τεραστιων διαστασεων με αλοκοτες παρα-
στασεις.
Το μεσημερι γυριζοντας απο το Πανεπιστημιο,η γυναικα,
που μου καθαριζαι το διαμερισμα,μου ειπε πως βρηκε
αμμο στο δωματιο μου.Τιποτα παραξενο,την καθησυχασα,
ειχα περιπλανηθει στην αμμο της παραλιας χθες και φαι-
νεται πως κολλησε στα παπουτσια μου.
Στο παραθυρο κι αλλες φορες ειδα εκεινο το θεαμα,την
τελευταια μαλιστα φορα βρεθηκα και ο ιδιος μεσα σε
εκεινο το μεγαλο πληθος ,βαδιζοντας σαν υπνωτισμε-
νος προς το κεντρο της μεγαλης δωδεκαγωνης πλατειας
με το εκτυφλωτικο φως,κατω απ'αυτο μαγνητισμενος
σε μια αγνωστη γλωσσα ακουγα δυνατη την φωνη μου.
Και μεσα στον καθρεφτη η ιδια επαναλαμβανομενη
ροη των εικονων της κινουμενης αμμου,ατελειωτη μονο-
τονη ,η ιδια καθε βραδυ,την ιδια στιγμη ενιωθα ιλιγγους,
να κανω εμετο,πονοκεφαλοι,το δερμα μου μαυριζε,ειχα
και εγκαυματα,ενιωθα δυσκολια στην αναπνοη,οξεις
πονους στο στηθος.Εκανα ιατρικες εξετασεις,βρηκαν
τους πνευμονες μου γεματους με μεγαλη ποσοτητα αμ-
μου.Μου συνεστησαν ξεκουραση,και καθαρο αερα.Δεν
ειδα βελτιωση,η θερμοκρασια του σωματος μου ανεβη-
κε,μεσα στη νυχτα ξυπνουσα αναστατωμενος και κα-
θαριζα την αμμο ,που μαζευονταν κατω απο τον καθρε-
φτη,ενιωθα μεγαλη κουραση και ατονια.Εχασα και το
ενδιαφερον μου για την εργασια ,οι μελετες μου,μου
φαινονταν ανιαρες ,περιττες και ασημαντες .Παρ'ολα
αυτα,παραξενο ειναι,αισθανομαι ευτυχισμενος .Πρε-
πει να ομολογησω ,πως εκανα κι αλλες επισκεψεις
στην παληα πολη,μα οσο κι αν εψαξα δεν ξαναβρηκα
εκεινο το σπιτι με τους καθρεφτες,ανοιγα κι εμπαινα
σε καθε σπιτι,που εβρισκα μπροστα μου.Σ'ενα απο
αυτα,που μπηκα,σκοταδι και η μυρωδια της μουχλας
και της υγρασιας ανυποφορη,πολλα χρονια κλεισμενο,
προχωρησα με αβεβαια βηματα στο εσωτερικο του,εχα-
σα γρηγορα τον προσανατολισμο μου,χαθηκα,μεσα στο
απολυτο σκοταδι,τυφλος,με τεντωμενα τα χερια εψαχνα
να ακουμπισω καποιον απο τους τεσσερις τοιχους,αδυνα-
το,σαν ο χωρος να ειχε διασταλει στο απειρον η' αντι-
στροφα να ειχε συρικνωθει σ'ενα σημειο,αδιαστατο.
Ακουσα κατι να τρεχει με βαρια την ανασα ,εχασα τις
αισθησεις μου και σωριαστηκα,δεν ξερω ποση ωρα πε-
ρασε οταν συνηλθα,αμυδρο φως εβγαινε απο ενα ανοιγ-
μα χαμηλα στο δαπεδο,σηκωθηκα με δυσκολια απο κα-
τω,βρηκα στο χαμηλο φως την πορτα,την ανοιξα και
βρεθηκα στο δωματιο μου.Σταθηκα και απο εκει ειδα
απο τον καθρεφτη μεσα να ξεχυνεται η αμμος με
ορμη και να σωριαζεται στο δαπεδο,τρομαγμενος
εκανα πισω ,γυρισα κι εκλεισα δυνατα την πορτα
πισω μου.Βγηκα απο το σπιτι,εκεινη την ωρα οι
δρομοι φωτισμενοι στο φως του ηλιου.Βιαστικα να
φτασω στο σπιτι μου ανεβηκα γρηγορα τη σκαλα,βρη-
κα την πορτα ανοιχτη,μπηκα στο δωματιο,εκει ηταν
η καθαριστρια,ηρθε κοντα μου,μου παραπονεθηκε,
κουραστηκε να καθαριζει ,τοση αμμο,μεγαλη ποσο-
τητα,και αν γινεται να σταματησω τις νυχτερινες πε-
ριπλανησεις μου στην παραλια,δεν της ειπα τιποτα,
οταν εφευγε της ειπα πως θα την ακουσω,δεν θα ξα-
ναπαω στην παραλια.Πηγα εκλεισα την πορτα και
καθισα να γραψω,παρα την μεγαλη κουραση,που
ενιωθα.Το γραψιμο πια δεν το ελεγχα,οι προτασεις
μου απροβλεπτες,ειχαν αυτονομηθει απο μενα,με
παραδοξη συνταξη και γραμματικη.
Σταματησα να γραψιμο και βγηκα εξω στην πολη.
Περπατησα σε ενα κεντρικο δρομο,με εμπορικα κα-
ταστηματα.Πληθος κοσμου.
Ξαναγυρισα στο σπιτι,καπως πιο ηρεμος.Ειχε βρα-
δυασει ,εφαγα κατι κι επεσα να κοιμηθω.Οπως ημουν
πολυ κουρασμενος κοιμηθηκα αμεσως.Ξυπνησα παλι
απο το ιδιο ονειρο,οπως καθε νυχτα.Ενιωθα το σωμα
μου να το τραβαει με μεγαλη δυναμη ο καθρεφτης,
σαν τεραστια μαυρη τρυπα,φοβηθηκα πως θα διαλυ-
θω.Ομως δεν ειχα την δυναμη να αντισταθω και πα-
ραδωθηκα στην ελξη του καθρεφτη.Η ατελειωτη αμ-
μος κατω απο τα ποδια μου ,αεικινητη,ο ηλιος ακινη-
τος την εκαιγε,τιποτα αλλο δεν εβλεπα παρα αμμο,
και αμμο,δεν μπορουσα να υπολογισω ποσος χρονος
περασε,μια στιγμη,μια ωρα,ενας χρονος η' πολλοι αι-
ωνες,το ποταμι της αμμου κυλλουσε,συνεχως κυλ-
λουσε,κατω απο τα ποδια μου.
Ξαφνικα αυτο το απεραντο πεπλο της αμμου διαλυθη-
κε,ειδα τοτε μια απεραντη πολη με δωδεκα λεωφορους
να συγκλινουν στο εκτυφλωτικο κεντρο μιας τεραστι-
ας δωδεκαγωνης πλατειας.Βρεθηκα μεσα στο μεγαλο
πληθος,κι ηταν σαν να ημουν παντου ταυτοχρονα.Προ-
χωρουσαμε στις μεγαλες λεωφορους,αναμεσα στα
πανυψηλα κτιρια και σε τεραστιες τοιχογραφιες,οσο
πλησιαζαμε η καρδια μας χτυπουσε δυνατα,να πεταξει
ελευθερη,και οι φωνες σε μια αρχαια αγνωστη γλωσσα
στους ανθρωπους.Φτασαμε στην πλατεια,στο κεντρο
της εκει το μεγαλος φως με τυφλωδε με την δυναμη
και την λαμπροτητα του,δεν βλεπαμε πια,ειχα την
αισθηση πως βρισκομουν παντου,πως υπηρχα παντα
Αποτομα η ισχυροτατη ελξη,που αισθανομουν επαυσε,
με ξυπνησε ο θορυβος ,που εκανε η καθαριστρια στη
σκαλα.Ετοιμασθηκα να βγω.Μολις με ειδε η καθαρισ-
τρια ετρεξε κοντα μου και με χαιρετησε εγκαρδια,με
ρωτησε πως περασα στο ταξιδι μου.Εγω την ρωτησα
ποσες μερες εχει να ερθει για να καθαρισει στο σπιτι.
''Μα,κυριε,απο την μερα,που φυγατε για ταξιδι,σαν
σημερα μια εβδομαδα''.Γυρισα και μπηκα παλι στο
δωματιο,κοιταξα προσεχτικα κατω απο τον καθρεφτη,
και σ'αλλα σημεια ,παντου,δεν υπηρχε το παραμικρο
ιχνος αμμου.
Τις επομενες μερες πηγαινα στο Πανεπιστημιο για
τα μαθηματα,ομως η κατασταση της υγειας μου επι-
δεινωθηκε,υψηλος πυρετος.Κι ενα πρωι ξυπνησα,
σηκωθηκα ,κοιταχθηκα στον καθρεφτη,το στομα
μου ειχε αιματα,καταλαβα,απο την αιμοπτυση.Οι
αιμοπτυσεις τωρα τελευταια συχνες,απροειδοποιη-
τα,οποιαδηποτε ωρα της μερας και της νυχτας,οι
πνευμονες πλημμυρισμενοι απο την αμμο,το ιδιο
και κατω απο τον καθρεφτη πλημμυριζει η αμμος.
Σταματησα να πηγαινω στο Πανεπιστημιο,απο την
υπηρετρια πληροφορουμαι πως συνεχως λειπω σε
ταξιδια,καθε φορα ολο και μεγαλυτερης διαρκειας,
ουτε εχω δυναμεις να παω στην παληα πολη.Τα ο-
νειρα στον ανησυχο υπνο μου και οι παραξενες
εικονες στον καθρεφτη επανερχονται καθε νυχτα
διαλυοντας τις αντιστασεις μου.
Εχω τρεις ωρες ξαγρυπνος και γραφω για αυτα με
πολυ μεγαλη δυσκολια ,πριν απο λιγο ειχα μια φο-
βερη αιμοπτυση ,ο δυνατος βηχας μου ξεριζωσε
τα πνευμονια,αιμα με τεραστια ποσοτητα αμμου,
πνιγηκα.Καθομαι και γραφω και δεν τολμω να κοι-
ταξω στον καθρεφτη .Ολοκληρη την προηγουμενη
εβδομαδα εκανα μεγαλη προσπαθεια να αποφυγω
να κοιταξω,δεν τα καταφερα,τωρα παλευω σκληρα,
εχω σκυψει πανω στο χαρτι,που γραφω,ομως ακουω
καθαρα,η ακοη μου εγινε υπερευσθητη,τον ηχο της
αμμου,και αισθανομαι την φοβερη ελξη του καθρε-
φτη, να με τρ...''
Σ'αυτο το σημειο το κειμενο στο χειρογραφο διακο-
πτεται αποτομα.Περασε πανω απο ενας χρονος απο
τοτε ,που εξαφανισθηκε.Εγιναν πολλες ερευνες,δεν
βρεθηκε τιποτα,κανενα ιχνος του .
Πηγα και βρηκα την καθαριστρια,την ρωτησα για τον
καθηγητη.Μου ειπε πως τον τελευταιο καιρο πριν
εξαφανισθει ελειπε συχνα σε ταξιδια,αλλα παντα
επεστρεφε.Ισως ,ειπε,τωρα,λογω της ασχημης υγειας
του καθυστερησε.Ειναι βεβαιη,πως καποια μερασ θα
επιστρεψει,αν και το τελευταιο του ταξιδι κρατησε πιο
πολυ απο οσο συνειθιζε.Την ρωτησα αν κατι αλλο
συνεβαινε παραξενο,και εκεινη μου ειπε για την αμμο.
Την ευχαριστησα ,την χαιρετησα και εφυγα.
Μετα απο αυτα το αποφασισα τις επομενες μερες να
υποβαλω την παραιτηση μου απο το Πανεπιστημιο.
.
.
.
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
.
.
Ειχε γεννηθει και μεγαλωσει σε μια μικρη επαρχιακη πολη.
Στην εφηβεια ηρθε στην μεγαλη πολη και γρηγορα μπλε-
χτηκε στον υποκοσμο.Εκανε χρηματα και τα σπαταλησε.
Και καποτε εκοψε εκεινους τους δεσμους μ'εκεινον τον
κοσμο,αποσυρθηκε και απομονωθηκε.
Κανενας δεν γνωριζε,που βρισκονταν.Εψαχναν να τον
εντοπισουν και να τον ξεκανουν.Δεν τα καταφεραν και με
το περασμα του χρονου τον ξεχασαν.Επελεξε μια ζωη μο-
ναχικη,χωρις σχεσεις με αλλους.Αισθανονταν μεγαλη ικα-
νοποιηση,σαν να μην υπηρχε,σαν να μην ηταν.
Ενα μεσημερι γυρνωντας στο σπιτι,ενας ψηλος αγνωστος
αντρας τον περιμενε εξω απο το σπιτι.Τον πλησιασε και του
ειπε πως θελει κατι να πουν,σκεφτηκε λιγο,κι επειτα δεχτηκε.
Ανεβηκαν στο διαμερισμα του.Ο αγνωστος καθισε σε μια πο-
λυθρονα,ζητησε αδεια να καπνισει,εβγαλε τσιγαρο και το α-
ναψε.Τον ρωτησε αν τον γνωρισε,αν τον θυμονταν.Τον κοι-
ταξε.Το προσωπο του αδυνατο,στεγνο,οχι δεν τον θυμονταν.
Τιποτα πανω του δεν του θυμιζε κατι,εντελως αγνωστος..Ο αν-
θρωπος του συστηθηκε σαν φωτογραφος.Ουτε εκεινη η πλη-
ροφορια σημαινε κατι .Ο αλλος του ζητησε ενα μεγαλο ποσο
χρηματων για καποιες φωτγραφιες,ξερει ποιες,που τον ενοχο-
ποιουν ως δολοφονο της γυναικας,με την οποια ηταν εραστες
αρκετα χρονια.Αν δεν δεχθει θα αναγκασθει,του ειπε κυνικα,
να της παραδωσει και τοτε τα πραγματα θα ειναι δυσκολα.
Αντεδρασε ,φωναξε πως ολα αυτα ηταν ψεματα.Ο αλλος ση-
κωθηκε απο την πολυθρονα και τον προειδοποιησε με σοβαρη
φωνη,ηρεμα δηθεν φιλικα τον συμβουλεψε ,πως ο αντρας της
κυριας,ανεφερε ενα ονομα, δεν αστειευτεται και να συνελθει.
Συγκρατηθηκε να μην τον πεταξει εξω με τις κλωτσιες.Ο αλ-
λος εφυγε .
Το πηρε το συμβαν για κακογουστη φαρσα και το αγνοησε.
Μερικες μερες αργοτερα ανοιγοντας την πορτα του διαμερι-
σματος μπαινοντας βρηκε στο πατωμα εναν φακελλο.Τον ειχαν
πεταξει κατω απο το ανοιγμα της πορτας.Εκλεισε την πορτα,
εσκυψε και πηρε τον φακελλο,τον ανοιξε.Φωτογραφιες.Τις ει-
δε μια-μια.Ερωτικες φωτογραφιες με μια γυναικα νεα και ο-
μορφη,ηταν αυτος.Μεσα σ'αυτες μια φωτογραφια τον εδειχνε
πολυ καθαρα να την εχει αρπαξει απο τον λαιμο.Ταραχτηκε
οταν την ειδε.Οταν συνηλθε τις εσκισε και τις πεταξε.
Δεν υπηρχε καμια αμφιβολια πως ηταν ενα βρωμικο σχε-
διο των ανθρωπων του υποκοσμου,των παλιων γνωστων.
Του εστησαν αυτη την παγιδα να τον εκδικηθουν,για παλιους
λογαριασμους.Ποτε δεν ειχε καποιασχεση με την γυναικα
της φωτογραφιας.Οι γυναικες συνηθως,που εκανε παρεα ηταν
πορνες ,κοινες γυναικες με μοναδικη επαφη το χρημα.
Την αλλη μερα,οπως και τις επομενες τρεις μερες,του εστειλαν
φακελλους με φωτογραφιες αναλογου περιεχομενου.Η απο-
στολη των φωτογραφιων εγινε με διαφορους τροπους,με το
ταχυδρομειο,μ'ενα μικρο παιδι ,που ζητιανευει στους δρομους.
Μα φορα τον πηραν τηλεφωνο ,ειχαν αφησει τον φακελλο
σε καποιο πολυσυχναστο δρομο και να τρεξει να τον παρει
πριν πεσει σε ανεπιθυμητα χερια.
Μετα απο εκεινη την εκνευρεστικη επαναληπτικη επιθεση
με τις φωτογραφιες ,ακολουθησε ενας μηνας σιωπης και
επιδεικτικης αδιαφοριας.Ηξερε το σχεδιο τους.Ηθελαν να
τον εχουν σε αοριστη αναμονη,να τον αποδυναμωσουν και
ξαφνικα να του επιτεθουν.Για να εξουδετερωσει το σχεδιο
τους δεν εμεινε αδρανης,μπορεσε και εμαθε για τον αντρα
της γυναικας της φωτογραφιας.Ηταν συγγραφεας.Αγορασε
ολα τα βιβλια του,που κυκλοφορουσαν.Αφιερωσε πολυ χρο-
νο και τα διαβασε προσεχτικα,κρατωντας σημειωσεις στα περι-
θωρια των σελιδων,η ' σε καποιο χαρτι,και υπογραμμιζοντας
καποια σημεια του κειμενου.Στον προλογο ενος εργου του
εγραφε πως ο συγγραφεας κατασκευαζει τις διηγησεις του
με βασικο υλικο την παραπλανηση του αναγνωστη.
''Ολη η Λογοτεχνια ειναι η Μεγαλη Τεχνη του Ψευδους'' εκει-
νο το υπογραμμισε.
Εμαθε ακομα πως εκεινος ο αντρας,και δεν του φανηκε παρα-
ξενο,ποτε δεν ειχε παντρευτει ,ουτε ειχε πολυχρονη σχεση
με καποια απο τις γυναικες,που σχετισθηκε ερωτικα..
Δυο-τρεις φορες αντιληφθηκε να τον παρακολουθουν.Ο αν-
θρωπος πισω απο την εφημεριδα στο καφενειο,που επινε τον
καφε του.Τα βηματα πισω του και η σκια ,που κρυφτηκε γρη-
γορα και χαθηκε πισω στη γωνια του δρομου.
Κλειδωνε την πορτα και εκλεινε τα παραθυρα στο σπιτι.Ο φο-
βος και το αγχος τον κυριεψε.Δεν αντεχε,αποφασισε να παρει
την υποθεση στα χερια του,να δρασει.
Εφυγε απο το σπιτι κι εμεινε σε διαφορα ξενοδοχεια,δινοντας
ψευτικα ονοματα,,αφησε γενια,και αγορασε ενα περιστροφο.
Αυτα για μια ολοκληρη εβδομαδα.Την τελευταια μερα μισθω-
σε πεντε διαφορετικα ταξι και περιπλανηθηκε σε πεντε τυχαιες
διαδρομες.Δεν βγηκε εξω απο την πολη.Ειχε την αισθηση πως
ολες οι σημαντικες ιστοριες ειναι αστικες,συμβαινουν στο
εσωτερικο της πολης.Στο τελος εκεινων των διαδρομων περ-
πατησε με τα ποδια.Ποτε ακολουθουσε μια νοητη ευθεια,
και ποτε εκλεινε μια κλειστη γραμμη,εναν κυκλο,στους δρο-
μους.Η ποληενα αδιαφορο ,ουδετερο σκηνικο.
Σταματησε στην κεντρικη εισοδο μιας πολυκατοικιας,βρηκε
το ονομα,που ζητουσε,και χτυπησε το κουδουνι.Του ανοιξαν
μετα απο μικρη καθυστερηση.Διστασε,να μην προχωρησει,να
αναβαλει,να τα παρατησει και να φυγει.Τελικα,αποφασισε,
εδω ,που εφτασε,επρεπε να συνεχισει.Μπηκε στην πολυκα-
τοικια,καλεσε το ασανσερ,μπηκε μεσα και πατησε τον αριθμο
του οροφου..Το ασανσερ ανεβηκε και σταματησε στον ορο-
φο,βγηκε και προχωρησε στον διαδρομο,σταματησε μπρο-
στα στην πορτα του διαμερισματος.Την βρηκε μισανοιχτη,
την εσπρωξε και μπηκε μεσα.Ο αλλος τον περιμενε καθισμενος
πισω απο το γραφειο,φαινονταν αρρωστος.Τον ρωτησε τι η-
θελε.Του απαντησε,πως ηθελε να συζητησουν για καποιο
μυθιστορη μα του .Του ειπε να καθισει.Καθησε.Τον κοιταξε
και τοτε πανω στο γραφειο ειδε μια κορνιζα γυρισμενη προς
το μερος του με την φωτογραφια της γυναικας.Ηταν ομορφη.
Απεφυγε να τον ρωτησει γι'αυτη.Ο αλλος του ζητησε να προ-
χωρησει στο θεμα του.Ενιωθε αμηχανια,δεν ηξερε πως να
αρχισει.
-''Μπορει μια ιστορια,μια αφηγηση τελως παντων,να στηρι-
χθει εξ ολοκληρου στην Φωτογραφια;'' ρωτησε.
-''Φυσικα,επειδη η Φωτογραφια,δηλωνει,αναπαριστα το ψευ-
τικο'' απαντησε ο αλλος.
-'' Κι αυτη η φωτογραφια'' ειπε και εδειξε την κορνιζα με την
γυναικα ''ειναι ψευτικη; ''.
-''Οχι,αυτη ειναι αληθινη''
Διαισθανθηκε τι συνεβαινε κι εκει ,που ειχαν φτασει τα πραγ-
ματα επρεπε να τελειωσουν.Τραβηξε το περιστροφο και του
εριξε αναμεσα στα ματια.''Τα ματια του Φωτογραφου'',σκε-
φθηκε.Ο αλλος δεν αντεδρασε,σαν να το περιμενε,η' να μην
τον ενδιεφερε,δεν εκανε την παραμικρη κινηση να προφυλα-
χθει.
Γυρισε στο σπιτι.Δεν ειχε νυχτωσει ακομη.Ξυρισθηκε.Πα-
ραγγειλε φαγητο και χωρις να κατεβασει το ακουστικο του
τηλεφωνου σχηματισε εναν απο τους αριθμους,που χρησι-
μοποιουσε,σ'ενα γραφειο με κοπελλες ,να του στειλουν μια
για συντροφια,ολη την νυχτα.
Ηρθε η κοπελλλα.Εφαγαν ,ανοιξε κι ενα μπουκαλι κοκκινο
κρασι κι ερριξε στα ποτηρια.Ηπιαν.Παρατηρησε την γυναι-
κα.Δεν ειχε σημασια με ποια εμοιαζε η' με ποια δεν εμοιαζε.
Τα μαλλια της βαμενα ξανθα,τα χειλη κοκκινα,τα νυχια βαμε-
να γαλαζια,ομορφη γυναικα.Θα της ελεγε μια ιστορια,αν εκει-
νη ηθελε.Εκεινη εγνεψε με το κεφαλι,ηθελε.Αρχισε την διηγη-
ση του..Εκεινη ακουγε.Οταν τελειωσε,γελασε και του ειπε πως
μοιαζει με ψευτικη και πως δεν φοβονταν.Επεσαν και κοιμη-
θηκαν.Το πρωι οταν ξυπνησαν και ετοιμασθηκε η κοπελλα να
φυγει την πληρωσε,το ποσο,που ειχαν συμφωνησειμε το γρα-
φειο.Της εδωσε και εχτρα δικα της.Εκεινη πηρε τα χρηματα
και τον ευχαριστησε και του ειπε,πειραζοντας τον, αν φοβον-
ταν μηπως τον μαρτυρησει.Της απαντησε,οχι δεν φοβονταν.
''Ετσι κι αλλιως ειναι ολα ψευτικα'' ειπε και γελασε η κοπελ-
λα και εφυγε.
Αργοτερα ην ιδια μερα το πρωι ελαβε ενα γραμμα.Το ανοιξε
και βρηκε μεσα μια επιταγη,μ'ενα μεγαλο χρηματικο ποσο στο
ονομα του,αποστολεας καποια ανωνυμη εταιρεια.Καταλαβε,
ποιος κρυβονταν πισω απο ολ'αυτα.Εσκισε την επιταγη και
την πεταξε.
Βγηκε εξω.Η θερμοκρασια της μερας υψηλη για την εποχη.
Χαθηκε μεσα στην κυκλοφορια των ανθρωπων και των αυτο-
κινητων.
Σ'ενα περιπτερο σταματησε και διαβασε στην πρωτη σελιδα
μιας εφημεριδας,που ηταν κρεμασμενη εκει.
''... Ο δολοφονος της γυναικας του πιαστηκε και ομολογησε
πως χθες δολοφονησε και τον εραστη της ....''
Το ρεπορταζ του εγληματος μετα απο λιγες γραμμες εγραφε
πως συνεχιζονταν σε μια εσωτερικη σελιδα της εφημεριδας
με περισσοτερες λεπτομερειες και με φωτογραφικο υλικο.
Δεν αγορασε την εφημεριδα.
Το ιδιο εκεινο βραδυ της τηλεφωνησε,αν ηταν ελευθερη,να
ερθει σπιτι.
Εκεινη ηρθε,κι εκεινος δεν της ανεφερε για την φωτογραφια.
.
.
.
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ
.
.
Το απογευμα γυριζοντας απο τη δουλεια τον πλη-
ροφορισε η μητερα του πως λιγο πριν τις εντεκα
ηρθαν στο σπιτι και τον ζητουσαν δυο κυριοι,ο
ενας ψηλος με μαυρο κουστουμι κι ο αλλος κον-
τος με σκουρο κουστουμι.Τους ειπε πως ο γυιος
της ελειπε και να πανε να τον βρουν στη δουλεια.
Της απαντησαν πως ηθελαν η συναντηση τους να
μην δημοσιοποιηθει.Καθισαν περιπου μια ωρα
στον καναπε αμιλητοι και σχεδον ακινητοι.Καποι-
α στιγμη ,σαν να ξυπνησε απο τον υπνο του σηκω-
θηκε ο ψηλος πηγε στη βιβλιοθηκη και περιεργα-
στηκε τα βιβλια,μαλιστα τραβηξε ενα ,το ανοιξε
και το εβαλε παλι στη θεση του.Συνεχισε και με
αλλες λεπτομερειες.Επαψε να την ακουει,η δου-
λεια του ηταν σχεδιαστης κομιξ, φανταστηκε τους
δυο τυπους σαν ηρωες σε κομιξ,ασημαντα γρανα-
ζια σε καποια μηχανη φαρσοκωμωδιας.
Ακουσε την φωνη της μητερας του.Του ελεγε,πως
την ωρα ,που ηταν ετοιμοι να φυγουν τους ρωτη-
σε να της πουν τα ονοματα τους,ποιο επαγγελμα
εκαναν,κι αν θα αφηναν καποιο σημειωμα για την
επισκεψη τους στον γυιο της.Της απαντησαν πως
εκεινος γνωριζει πολυ καλα.Οταν τελειωσε,αγνοη-
σε το συμβαν,καθισε στο τραπεζι να φαει,κι επει-
τα πηγε να ξεκουρασθει στο δωματιο του.
Τον ξυπνησε το τηλεφωνο.Σηκωσε το ακουστικο.
Μια ανδρικη φωνη με παραξενη αρθρωση,του ει-
πε πως το πρωι ηρθαν στο σπιτι,και δεν τον βρη-
καν,οπως επρεπε,την επομενη φορα να μην επανα-
ληφθει το ιδιο.Δεν προφθασε να μιλησει και το
τηλεφωνο εκλεισε.
Τις επομενες μερες δεν συνεβηκε κατι παραξενο
ουτε στο σπιτι ουτε στο γραφειο,ουτε και τον
ξαναπηραν τηλεφωνο.
Περασε σχεδον ενας μηνας,οταν μια μερα κατεβαι-
νοντας στο κεντρο απο τον ηλεκτρικο και ανεβαι-
νοντας τη σκαλα απο τον υπογειο σταθμο προσεξε
μερικα σκαλια πιο πανω ν'ανεβαινουν δυο τυποι,
ομοιοι με τους αντρες ,που του ειχε περιγραψει η
μητερα του.Τους ακολουθησε,πηραν τον εμπορικο
δρομο,πληθος κοσμου εκεινη την ωρα,στο τερμα
εστριψαν και εφτασαν στη πλατεια της Μητροπο-
λης,ανεβηκαν τα σκαλια και μπηκαν στον ναο.Μπη-
κε κι αυτος στην εκκλησια,χαμηλος φωτισμος,προ-
χωρησε στο εσωτερικο της,κοιταξε αλλα δεν ειδε που-
θενα τους ανθρωπους του.Εκεινη την μεσημεριανη
ωρα ελαχιστοι ανθρωποι βρισκονταν εκει μεσα.Οι
δυο αντρες αφαντοι.Καθυστερησε την εξοδο του
κοιτωντας τις τοιχογραφιες και τα χρωματιστα βιτρω
στα παραθυρα ψηλα.
Το βραδυ τον πηραν στο τηλεφωνο,η ιδια φωνη με
την παραξενη αρθρωση του ειπε αυστηρα πως δεν
επρεπε να τους παρακολουθησει.Εκλεισαν παλι
αποτομα.
Ο υπνος του ηταν ανησυχος.Σ'εναν απο τους εφιαλ-
τες του,οι δυο εκεινοι αντρες ενας απο τα αριστερα
και ο αλλος απο τα δεξια τον ειχαν πιασμενο και περ-
νωντας τον απο τους αδειους δρομους εκεινη την νυ-
χτερινη ωρα βγηκαν εξω στα περιχωρα στα χερσα χω-
ραφια κι εφτασαν στη θαλασσα.Η παραλια,ειδε,μεσα
στη ζαλη του, μια πλατια ταινια αμμου,φωτιζονταν
απο το φεγγαρι καθαρα,φωσφοριζουσα.Ο ενας απο
τους δυο αντρες του φωναξε,μαλλον τον διεταξε,να
γονατισει πανω στην αμμο,επειτα τον εσπρωξαν,να
ακουμπησει το κεφαλι του στην αμμο.Ποσο εμεινε
σ'αυτη την θεση δεν μπορουσε να υπολογισει.Με
την ακρη του ματιου εβλεπε,μετρουσε,τις λαμψεις
του φεγγαριου στα κυματα.Του ακουμπησαν το μα-
χαιρι στο λαιμο και τον μαχαιρωσαν,πριν χασει τις
αισθησεις του ακουσε ενα σαρκαστικο γελιο,που
ολο απομακρυνονταν,επειτα τιποτα.
Ακριβως τρεις μερες μετα απο εκεινο το ονειρο
τον πηραν στο τηλεφωνο,στο γραφειο αυτη τη φο-
ρα,και η ιδια φωνη του ορισε ,ημερα και ωρα,την
συναντηση,και να μην διανοηθει να ξεφυγει.
Στην μητερα του δεν ανεφερε τιποτα,για να μην
την ανησυχησει.
Ηταν Κυριακη μεσημερι εφαγαν μαζυ ,της ειπε θα
βγει για λιγο εξω,καποια δουλεια ,στο γραφειο,κι
αυτη να παει να ξαπλωσει να ξεκουρασθει,δεν θ'αρ-
γησει θα επιστρεψει γρηγορα.
Βγηκε εξω.Συνειδητοποιησε πως η πολη ηταν τερα-
στια .Του ειχαν ορισει την μερα και την ωρα,αλλα
οχι τον τοπο.Για να τους ειρωνευτει φανταστηκε την
τεραστια πολη τοσο απεραντη,που σ'οποιο σημειο
της να βρισκοσουν ηταν σαν να βρισκοσουν στο κεν-
ντρο της,η' σαν εναν τεραστιο κυκλο,καθε σημειο του
ειναι αρχη και τελος του η' σαν την ταινια του Μποε-
μιους ,με συνεχη τροπο περνας απο το εξωτερικο
στο εσωτερικο της ταινιας και παλι στο εξωτερικο
της. Περιφερονταν στην πολη.Παιζοντας.Βαδιζε
προς τον βορρα,επειτα γυριζε προς τα δυτικα και
ακολουθωντας τη διαγωνιο προς το βορρα,αλλαζε
κατεβαινε προς τον νοτο,με πολλες παραλλαγες αυ-
του του παιχνιδιου τους κοροιδευε.Βρεθηκε σε
αγνωστα μερη της πολης.Συναντησε μια παρεα
παιδιων,αγορια και κοριτσια,τον περικυκλωσαν χο-
ροπηδωντας φωναζοντας και γελωντας.Ενα κοριτσι
λιγο μεγαλυτερο στην ηλικια, ο αργηγος τους, ζη-
τησε χρηματα,εκεινος για να απαλλαγει εβγαλε
και της εδωσε,εκεινη τα αρπαξε,του χαμογελασε
και εξαφανιστηκε με τα τα παιδια στο ανοιγμα μιας
πορτας ενος σπιτιου.Δεν ειχε χρονο να περιπλανηθει
αλλο,ακολουθησετα παιδια και μπηκε μεσα στο σπι-
τι.Περπατησε στον διαδρομο,βρεθηκε στην εσωτερικη
αυλη του σπιτιου,γυρω -γυρω τα διαμερισματα,φωνες
ανθρωπων,απλωμενα ρουχα,μικρα παιδια που εκλαιγαν,
οι φωνες των μαναδων τους.Απο ψηλα πανω ακουγε
μια αρια απο τη φαλτσα σοπρανο φωνη καποιας γυναι-
κας.Διεσχισε την αυλη ,μπηκε σε μια πορτα,προχωρη-
σε στον διαδρομο,βρηκε μια σκαλα,την ανεβηκε,ακο-
λουθωντας τη φωνη της σοπρανο.Η σκαλα εφτανε
σ'ενα πλατυσκαλο,αριστερα και δεξια του πορτα,και
συνεχιζε προς τα πανω.Η φωνη της σοπρανο σταματη-
σε αποτομα.Ανεβαινε,δεν συναντησε ανθρωπο.Ακουσε
τη φωνη της σοπρανο χαμηλωτερα,πολυ κατω στο σπι-
τι.Στους τοιχους δεν υπηρχε ουτε ενα ανοιγμα,ο χωρος
φωτιζονταν αμυδρα απο αδυνατες ηλεκτρικες λαμπες
και επικρατουσε μεγαλη θερμοκρασια.
Σε ενα απο τα πλατυσκαλα,οπως ειχε στριψει να ανεβει
την αλλη σκαλα,ανοιξε μια πορτα ,η αριστερη,ταραχτηκε,
ειδε μια ωριμη γυναικα στο ανοιγμα της,τον καλεσε με χα-
μηλη φωνη ψιθυριστη,την πλησιασε,του ειπε αν θελει να
μπει μεσα,μπηκε,εκεινη εκλεισε προσεκτικα την πορτα
χωρις θορυβο,καθισε στον καναπε,παλι με χαμηλη φωνη
του ειπε πως η κορη της ειναι αρρωστη,παραλυτη απο
παιδι ,ηταν και επιληπτικη.Του εφερε γλυκο,μυριζε
μουχλα,της ειπε πως δεν τρωει γλυκα,το πηρε πισω.
Επειτα εκεινη πηγε και καθισε απεναντι του στον
αλλο καναπε,σταυρωσε τα χερια και ειχε χαμηλω-
μενο το κεφαλι,μετα αρχισε να του μιλα ,πως καπο-
τε παληα, οταν ηταν νεα,ηταν ομορφη ,την ηθελε ενας
πλουσιος ,αυτη δεν τον ηθελε,τοτε ο φιλος της ενα
τομαρι την απειλισε την χτυπησε και την εξαναγκασε
να τον παρει,να τον ξεκανουν και να του παρουν τα
λεφτα.Ετσι εγινε,τον δηλητηριασε,εκεινος το σχεδιασε,
την επιασαν και την καταδικασαν ,δεκατεσσερα χρονια
στη φυλακη.Εκεινο το ρεμαλι δεν της συμπαρασταθη-
κε,την παρατησε,αυτη και το αρρωστο παιδι,δικο του
παιδι,γυρνουσε μ'αλλες γυναικες,και σπαταλουσε τα
λεφτα,που για χαρη του εκανε τον φονο.Το κρατουσε
μεσα της βαρεια,οταν βγηκε απο την φυλακη του
εστησε παγιδα,τον βρηκε,εκανε πως τιποτα δεν κρα-
τουσε,τον πηγε σ'ενα φτηνο ξενοδοχειο,κοιμηθηκαν
μαζι,και πανω στον υπνο τον μαχαιρωσε,τετοιο κα-
θαρμα ηταν,που κανενας δεν ενδιαφερθηκε για την
τυχη του,ουτε και η αστυνομια ασχοληθηκε μαζι
του.Τελειωσε την ιστορια της,μετα απο λιγο αρχισε
να λεει για τα προβληματα,που ειχε τωρα,για την αρ-
ρωστεια της μικρης,γνωστους ,συγγενεις δεν ειχε κανε-
ναν.Σταματησε να μιλαει.Σηκωσε το κεφαλι,του χαμο-
γελασε,φανηκαν τα ασπρα δοντια της,επειτα σηκωσε
λιγο ψηλωτερα τη φουστα της,του εδειχνε τα ποδια
της προκλητικα.Ξαφνικα ενας δυνατος βηχας την
τρανταξε,εβγαλε ενα ασπρο μαντηλι,το εφερε στο
στομα της ,σκουπιστηκε,και γρηγορα το εκρυψε
στην τσεπη της,κατεβασε τη φουστα,χαμηλωσε το
το κεφαλι ,σταυρωσε τα χερια της.Καταλαβε πως
ενιωθε ντροπη.Επειτα σηκωσε το κεφαλι,τον κοιτα-
ξε στα ματια και του ειπε να την συγχωρησει,πως
φερθηκε απρεπα,ειχε πολυ καιρο να την αγγιξει
αντρας.Την ακουσε και δεν της ειπε τιποτα,σηκω-
θηκε να φυγει,της αφησε χρηματα στο τραπεζι,
γι'αυτη και το παιδι της ειπε,ανοιξε την πορτα και
την εκλεισε πισω του.
Στο πλατυσκαλο εξω ακουσε δυνατα τη φωνη της
σοπρανου.Ανεβηκε τη σκαλα.Η φωνη της τραγου-
διστριας σιγα σιγα εξασθενιζε μεχρι ,που δεν την
ακουγε.Η θερμοκρασια ειχε ανεβει,στην ατμοσφαι-
ρα ειχε ελαττωθει το οξυγονο,δυσκολευονταν να
αναπνευσει,ζαλιζονταν,το κεφαλι του πονουσε.
Ακουσε φωνες παιδιων ,προερχονταν απο κατω,
τον πλησιαζαν.Σαν σιφουνας τον προσπερασαν,
ηταν εκεινη η παρεα των παιδιων ,που ειχε συναν-
τησει στο δρομο εξω απο το σπιτι.Η κοπελλα,που
ηταν ο αργηγος τους,σταματησε μερικα σκαλια
πιο πανω απ'αυτον,γυρισε προς το μερος του,τον
κοιταξε και του εβγαλε τη γλωσσα,τ'αλλα παιδια
ψηλωτερα φωναζαν ρυθμικα ολα μαζυ το ονομα
της,εκεινη του εκανε μια υποκλιση κι ετρεξε να
προφτασει τ'αλλα παιδια.Η σοπρανο τωρα ακου-
γονταν καθαρα απο πανω.Μετα απο λιγο επεσε
πανω του η καταιγιδα των παιδιων κατεβαινοντας,
τα ακουσε να λενε πως με τα χρηματα,που πηραν
θα αγοραζαν καραμελες και γλυκα ,κι εξαφανισθη-
καν κατω στη σκαλα.Προσεξε πως η μικρη δεν η-
ταν αναμεσα τους .
Αργοτερα την συναντησε ,ηταν χλωμη,δεν του μι-
λησε,απεφευγε να τον κοιταξει,σαν να ντρεπονταν
για κατι,που ειχε κανει,ειδε τα χειλια της βαμενα
κοκκινα,τον προσπερασε,ηταν τοσο κουρασμενος,
που δεν σταθηκε και δεν γυρισε να την δει να χα-
νεται στο βαθος του σπιτιου.
Ανεβαινοντας συνεχως αυτη την ελικα απο σκαλες
αισθανονταν την μεγαλη ερημια και την μεγαλη
απεραντοσυνη του κτιριου. Σκεφτηκε την μητερα
του στο σπιτι να τον περιμενει και να ανησυχει,ε-
πρεπε να βιαστει.
Η τελευταια σκαλα τελειωνε σ'ενα πλατυσκαλο ,ε-
κει ηταν μονο μια πορτα,κατω απο την χαραμαδα
της εβλεπε αμυδρο φως.Χτυπησε ελαφρα την πορτα,
δεν πηρε απαντηση,επανελαβε το χτυπημα δυνατω-
τερα,τοτε ακουσε μια αδυνατη βραχνη φωνη να α-
πανταει.Εσπρωξε την πορτα και την ανοιξε,στον χα-
μηλο φωτισμο διεκρινε εναν γεροντα,πολυ μεγαλο
σε ηλικια,καθονταν πισω απο ενα τραπεζι,πανω στο
τραπεζι βρισκονταν πολλα χαρτια και βιβλια,με αδυ-
νατη φωνη του ειπε ,χωρις να φανερωνει χαρα η' λυπη,
πως η ακοη του ειχε ελαττωθει παρα πολυ και τα μα-
τια του ειχαν θαμπωσει.Ευτυχως,του ειπε, που εφτα-
σε εγκαιρα ,η δουλεια ,που τον περιμενει ειναι τερα-
στια,κι αυτος αφιερωσε ολη του τη ζωη σ'εκεινη.Τω-
ρα ομως θα πεθανει ησυχος πως εκτελεσε το καθηκον
του.
Ρωτησε τον γεροντα,και το επανελαβε πολλες φορες,
γιατι εκεινος δεν ακουγε,ποια ειναι αυτη η εργασια
και τι σημαινουν ολα αυτα τα χαρτια και τα βιβλια.
Ο γεροντας κουνησε να χειλη του να μιλησει,η φω-
νη του αδυνατη,συχνα την διεκοπτε ενας ισχυρος
βηχας,η ενταση της μεταβαλονταν,ποτε ακουγε κα-
θαρα και ποτε σβηνονταν ο ηχος των λεξεων,κι επρε-
πε να πλησιασει και να βαλει το αυτι του πανω στα
χειλη του για να ακουσει τι ελεγε.
Περασε ολοκληρη τη ζωη του να τον περιμενει,αυτα
τα χαρτια κι αυτα τα βιβλια ,στη βιβλιοθηκη ,εδω
στους τεσσερους τοιχους της σοφιτας,προοριζονται
γι'αυτον,ολοι οι προκατοχοι του,κι ειναι αμετρητοι,
ειχαν αφιερωθει στο Γραμμα του Νομου.Τωρα γνωρι-
ζει ,το νιωθει πως δεν αξιζε να ζησει τη ζωη του διαφο-
ρετικα.Του ειπε και αλλα πολλα,πως τωρα,που εκεινος
ειναι στο Τελος αυτος ειναι στην Αρχη.
Φωναξε στο αυτι του γεροντα πως ηρθε να συναντη-
σει τους δυο κυριους.Τοτε ο γερος του απαντησε πως
πρεπει να βιαστει γιατι θα ερθουν να τον παρουν να
τον οδηγησουν αποψε,που εχει πανσεληνο στην πα-
ραλια.
Εκεινη ακριβως την στιγμη ακουστηκαν δυνατα χτυ-
πηματα στην πορτα.Ο γεροντας σηκωθηκε με δυσκο-
λια,προχωρησε προς την πορτα ,την ανοιξε περασε
στο σκοτεινο ανοιγμα της και χαθηκε να τον κατα-
βροχθισει ο ελικας της σκαλας.Η πορτα εκλεισε,κι
εμεινε ο αλλος καθισμενος πισω απο το τραπεζι με
τα βιβλια και τα χαρτια πανω του.
.
.
.
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
.
.
Απο πολυ καιρο ειχε την προαισθηση οτι κατι θα
του συνεβαινε και θ'αλλαζε τη ζωη του.Οχι κατι
επαγγελματικο,η' συναισθηματικο,αφου εκεινα δεν
τα θεωρουσε σημαντικα .
Εκεινη τη μερα ξυπνησε και αισθανονταν παρα-
ξενα,μια ευφορια,σαν να ειχε αποδρασει απο τα φυ-
σικα ορια.Ακουσε την μητερα του να τον φωναζει,
να σηκωθει απ'το κρεβατι,να παει στη δουλεια στο
γραφειο,ειχε αργησει.Μην περνωντας απαντηση
μπηκε στην κρεβατοκαμαρα του.Δεν τον ειδε εκει,
και σκεφτηκε πως θα ηταν στο μπανιο.Σταθηκε μπρο-
στα στην κλειστη πορτα του μπανιου.Δεν ακουσε
θορυβο.Φωναξε.Δεν πηρε απαντηση και ανοιξε
την πορτα.Ανησυχησε πολυ γιατι δεν τον βρηκε εκει
μεσα.Κοιταξε καλα,δεν ηταν κατι,μια βρεγμενη πε-
τσετα,ενα αρωμα κολωνιας στον αερα,κατι,που να
δειχνει πως μπηκε να πλυθει και να ξυρισθει.
Γυρισε στο δωματιο του,κοιταξε καλα,δεν ηταν με-
σα.Ετρεξε στο σαλονι και πηρε τηλεφωνο στο
γραφειο του.Απο την αγωνια της εκανε λαθος στον
αριθμο.Ξαναπηρε παλι.Αυτη τη φορα δεν εκανε λα-
θος,της απαντησε η τηλεφωνητρια της εταιρειας.
Ρωτησε για τον γυιο της,αν ηταν στο γραφειο.Η
κοπελλα της ειπε πως δεν ειχε ερθει ακομα,ισως
ηταν στο δρομο.Την ευχαριστησε και εκλεισε το
τηλεφωνο.
Ξαναπηρε στο γραφειο μετα απο μιση ωρα.Της
απαντησαν,πως δεν ειχε ερθει.
Ξαναπηρε τηλεφωνο το μεσημερι.Ζητησε συγνωμη
για την ενοχληση,ανησυχουσε.Της ειπαν ευγενικα
πως ο γυιος της εκεινη τη μερα δεν πηγε για δου-
λεια.
Αδικα τον περιμενε να επιστρεψει στο σπιτι το απο-
γευμα να φανε μαζι.Κρατησε το τραπεζι στρωμενο,
δεν εφαγε,τα φαγητα δεν τα πηρε,τον περιμενε μεχρι
αργα την νυχτα.Κοιμηθηκε στην πολυθρονα διπλα.
Οταν ξυπνησε αμεσως σηκωθηκε και ετρεξε γεματη
αγωνια στο δωματιο του,μπορει να ειχε γυρισει την
νυχτα,την βρηκε κοιμισμενη και δεν την ξυπνησε .
Πηγε να τρελλαθει,δεν τον βρηκε εκει μεσα,το κρε-
βατι του απειραχτο.
Απο το γραφειο την πηραν τηλεφωνο και ρωτησαν
να μαθουν τι συμβαινει.Τους απαντησε,πως παει να
τρελλαθει,ο γυιος της δεν κοιμηθηκε σπιτι,δεν γυρισε,
εχει να τον δει απο προχθες και ανησυχει πολυ για
την τυχη του.
Αργοτερα την επισκεφθηκαν καποιοι στενοι
συγγενεις,οταν πληροφορηθηκαν το γεγονος,και
προσπαθησαν να της δωσουν κουραγιο,να μην ανη-
συχει και να μην βαζει το κακο στο νου της.Εκεινη
ηταν απελπισμενη και εκλαιγε απαρηγορητη.Δεν
ειχε αλλον απ'αυτον στον κοσμο,
Οταν εφυγαν εκεινος βγηκε απ'το μερος,που ειχε
κρυφτει να κανει μια βολτα.Ανεβηκε τον καθετο
τοιχο,στην κορυφη του προχωρησε στο οριζοντιο
επιπεδο της οροφης,στο κεντρο της κατηφορισε στη
μεταλλικη αλυσιδα,απ'την οποια κρεμονταν το πο-
λυφωτο και τελειωσε την περιπλανηση του στο
τραπεζακι του χωλ,με το γυαλινο ανθοδοχειο.
Στην προηγουμενη κατασταση του το σωμα του
διακρινονταν,ξεχωριζε,απο τον κοσμο γυρω του.
Αυτος ,και τα πραγματα γυρω του.Στην καινουρ-
για του κατασταση δεν ξεχωριζει απ'τον πραγμα-
τικο κοσμο,χωρις κενα και διαχωρισμους, στον
χωρο και στον χρονο.Δεν ενιωθε ιλιγγο,αντιθετα
ενιωθε πληροτητα.Ο χρονος ειχε αλλα διαφορετι-
κα χαραχτηριστκα απο τον συμβατικο χρονο.
Η αντιφαση και η παραδοξοτητα ηταν συμφυτες
θεμελιωδεις καταστασεις εκεινης της πραγματι-
κοτητας.Αν ηταν στο παρον δεν ειχε καμια ανα-
μνηση του παρελθοντος και το μελλον δεν ειχε
εννοια.Επισης θυμονταν το παρελθον ενος παρον-
τος αγνωστου και ειχε την ιδεα του παραξενου μελ-
λοντος του.
Εβλεπε,με την ιδιαιτερη οραση,που ειχε,τη μητερα
του να περιφερεται στο σπιτι στενοχωρημενη ,πο-
λυ λυπημενη.Προσπαθησε να βρει τροπους να
κανει αισθητη την παρουσια του,να τον καταλαβει,
που βρισκεται.Δεν ηταν ευκολο.Δεν μπορουσε να με-
τακινησει καποιο αντικειμενο,ενα τραπεζι μια καρεκλα,
να κανει καποιο ηχο,ενα θορυβο,να σπασει ενα φλυτ-
ζανι του καφε.Την εβλεπε τις νυχτες να ξαγρυπναει,
να τρεχει στο δωματιο του,να κοιταζει αν ειναι μεσα,
επειτα πηγαινε στην κουζινα,καθονταν στην καρεκλα,
ακουμπουσε το κεφαλι της στα δυο της χερια.Εκλαιγε,
και καθονταν ωρες ακινητη σ'αυτη τη σταση.Εκεινος
εφτανε μεχρι εκει και τα εβλεπε.
Εκεινη ειχε στον κοσμο,τον πατερα τον εχασαν νωρις,
οταν ηταν ακομα μικρο παιδι.Δεν ξαναπαντρευτηκε.
Θυμονταν πως καποτε μαζι τους ζουσε ενας αλλος
αντρας.Την χτυπουσε και την εβριζε.Καποια μερα
εκεινος ο αντρας δεν γυρισε σπιτι ,εξαφανισθηκε και
δεν τον ξαναειδαν απο τοτε.Σπουδασε οικονομικα,και
μετα τις σπουδες επιασε δουλεια σε μια εταιρεια
εισαγωγων-εξαγωγων.
Πρωτη φορα απο εκεινο το πρωινο βρεθηκε στον
εξωτερικο τοιχο του σπιτιου ,δυτικα.Ξαφνικα ενιωσε
μεγαλο φοβο,σταματησε την περιπλανηση του και
γυρισε μεσα στο σπτι.Θυμηθηκε[αν το ''θυμηθηκε''
ειναι σωστο στην κατασταση του]ενα συμβαν της
παιδικης του ηλικιας.Ενα μικρο παιδι χαθηκε και
το εψαχναν μερες να το βρουν .Τελικα το βρηκαν
πεθαμενο στο δασος,μεσα στη κουφαλα ενος δεν-
τρου,που ειχε μπει να προφυλαχθει απο το κρυο..
Αυτο τον φοβισε και σταματησε την περιπλανηση
του.
Μια μερα,λιγο πριν το μεσημερι, οι συναδελφοι του
στο γραφειο επισκεφθηκαν τη μητερα του στο σπι-
τι.Της εσφιξαν το χερι,την αγκαλιασαν και την φιλη-
σαν.Ηταν ολοι τους συγκινημενοι.Καθισαν ωρα να
την παρηγορησουν.
Ξαφνικα η γραμματεας της εταιρειας,μια ομορφη κο-
πελλα,σηκωσε το δακτυλο και εδειξε κατι,μικροσκο-
πικο σαν τελεια.
''Νατος,εκει ,ψηλα,στον τοιχο,λιγο πιο απ'το παραθυ-
ρο.Αυτος ειναι,ο Κ..'',φωναξε.
Σηκωσαν τα ματια,κοιταξαν,δεν καταλαβαν.Απο τη
θεση,που βρισκονταν ειδε τα λυπημενα ματια της
μητερας του να κοιταζουν προς το μερος του.Πολυ
δυσκολα εκεινη συγκρατηθηκε,δεν ειπε τιποτα.
Οταν οι συναδελφοι του εφυγαν απο το σπιτι,την ειδε
να ειναι ηρεμη,σαν να περασε ο εφιαλτης .
.
.
.
Ο ΑΘΑΝΑΤΟΣ
.
.
Πρωτα εχασε τους γονεις του ,αργοτερα τη γυναικα του,
την ιδια περιπου εποχη τα αδερφια του,οταν περασαν τα
χρονια τα εγγονια του.Επειδη εκεινα εγιναν με τον φυσικο
τροπο τα δεχτηκε σαν φυσικα και αναποτρεπτα γεγονοτα.
Με τα χρονια η αναμνηση τους ηταν αδυνατη,θολη,και
δεν θυμονταν καλα τα ονοματα τους.Αν υπηρχαν απογο-
νοι απο αυτον η' απο εκεινους,τα παιδια και τα αδερφια
του,δεν μπορεσε να βρει,ειχε χασει τα ιχνη τους,σαν να
ειχαν εξαφανισθει.Η ζωη του ειχε γινει απροβλεπτη.Του
συνεβαιναν πραγματα,που δεν μπορουσε να τα εξηγησει
η' να τα προβλεψει.
Μια νυχτα σε καποιο μπαρ ενας ψηλος γεροδεμενος αν-
τρας με μουστακι τον πλησιασε,σταθηκε μπροστα του
και του πεταξε μια προσβολη,ταυτοχρονα τραβηξε ενα
μαχαιρι.Ταραχτηκε απο τη βρισια του ανθρωπου και τον
τυφλωσε η λαμψη του μεταλλου.Πεταχτηκε πανω και με
μια ευλιγιστη γρηγορη κινηση του επιασε το χερι στον
καρπο,το εστριψε ,τα δαχτυλα χαλαρωσαν και το μαχαι-
ρι επεσε κατω στο δαπεδο αναπηδισε μ'εναν οξυ ηχο και
ακινητοποιηθηκε.
Εναν καιρο ηταν μπλεγμενος με μια γυναικα πολυ μεγαλυ-
τερη του.Εκεινη κατασκευαζε μια μασκα στον καθρεφτη
με το μακιγιαζ και μ'αυτην παρουσιαζονταν μπροστα του
να τον γοητευσει.Ξανθα μαλλια,κοκκινα χειλη,εντονα βα-
μενα ματια,βαθυ ντεκολτε,βαρια αρωματα,αραχνουφαντα
ρουχα.Πισω απο εκεινο το πεπλο,η καταρρευση της επιδερ-
μιδας στο προσωπο,στο λαιμο,το χοντρο πλαδαρο κορμι.
Στην αρχη τα πηγαιναν καλα,αργοτερα τα πραγματα αλ-
λαξαν.Εκεινη τον ζηλευε με παθος.Του εκανε καυγαδες
συχνα και τον κατηγορουσε πως καθεται μαζι της μονο
για τα λεφτα της.Σ'ενα υστερικο ξεσπασμα της,του ειπε
πως πολλες φορες της ηρθε στο μυαλο να τον σκοτωσει,
να τον πνιξει,την ωρα ,που κοιμαται,κι επειτα να αυτο-
κτονησει.Αφου του ειπε τις σκοτεινες και ανομολογητες
σκεψεις της ηρεμησε για αρκετο καιρο,σαν να ισορροπη-
σε η' σαν να παραδεχτηκε τη μοιρα της.Δεν του εκανε
πια σκηνες ζηλοτυπιας,σταματησε.Παρατηθηκε και
απο τη σκηνοθεσια του κορμιου της.Το σωμα της σαν
να γκρεμισθηκε,επεσε και αναδυθηκε ασχημο,γερασμενο.
Εκεινος ανησυχησε.Καταλαβε το σχεδιο της εκδικησης
της.Καταργωντας ,εξαφανιντας την εικονα της γυναικας
ταυτοχρονα καταργουσε,ευνουχιζε τον αντρα απο την
επιθυμια της.Εκεινος δεν αντεξε αλλο εκεινη την κατα-
σταση και μια μερα εφυγε απο κοντα της.
Δεν ειχε,που να παει .Κοιμονταν κατω απο τον σκοτεινο
και εναστρο ουρανο.Αλλοτε σε μερη βρωμικα αναμεσα
στα σκουπιδια και τα ποντικια.
Τοτε ηταν,που γνωρισε εκεινον τον ανθρωπο.Τον εμαθε
την δυναμη της γνωσης.Να περιγραψει ενα φαινομενο,
να το ερμηνευσει,και να αποδειξει μια υποθεση,για τα
πραγματα,για τον κοσμο,για τον ανθρωπο.Κοντα του
συσχετισε το πεταγμα των γλαρων με τον αερα και την
κινηση των φτερων τους.Το τραγουδι του αηδονιου με
τις αναλογιες των αριθμων.Την πτωση των μηλων απο
τη μηλια με τις περιστροφες των αστρων,της γης γυρω
απο τον ηλιο.Τη μερα και τη νυχτα.Τα συννεφα στον ου-
ρανο με το νερο,.Τον εμαθε παραμυθια και μυθους.Και
την τεχνη να διηγειται ιστοριες ,την τεχνη να μιλαει και
να πειθει με βαση την αληθεια κι οχι το ψεμα και την
απατη.Του εδειξε τη διαφορα της Ιστοριας απο την Μυ-
θολογια,της Φιλοσοφιας απο την Θεολογια,της Επιστη-
μης απο την Μαγεια,του Πολιτισμου απο την Βαρβαρο-
τητα.Ακουσε για τον Οδυσσεα,τον Τζειμς Τζοις ,για
το Τελευταιο Θεωρημα του Φερμα,για τη γατα του Ποε,
του Μπορχες,του Σρεντιγκερ,την Ανθρωπινη Αρχη στο
Συμπαν,για τον Οιδιποδα και για το αινιγμα της Σφιγ-
γας,για τον Βιτγκενσταιν και το Θεωρημα του Γκεντελ,
για τη γυναικα του Γκογια,τους κυβους του Πικασο,
τον Κ. στον Πυργο του Καφκα,στη Δικη,τον Γκοντο
του Μπεκετ,που τον περιμενουν...
Αποκτησε χρηματα,ταξιδεψε πολυ και γνωρισε πολλους
ανθρωπους.Ερωτευτηκε γυναικα,που ανηκε σε αλλον
αντρα.Επεθυμισε να την αρπαξει ,να την παρει σ'αλλο
μερος της γης και να την κανει δικη του.Ειδε πραγματα,
που δεν τα καταλαβε τοτε,που τα ειδε,αλλα τα καταλαβε
πολυ αργοτερα.Αλλα τα ξεχασε,σβηστηκαν απο τη μνη-
μη του,σαν ποτε να μην υπηρξαν.Συναντησε ανθρωπους,
που δεν νοιαστηκε για'αυτους,σαν να μην ηταν,σαν ποτε
να μην περασαν απο μπροστα του.
Βρεθηκε σε αγνωστη γη και κλειστηκε μεσα της βαθεια.
Τα δεντρα της τον περικυκλωσαν στον λαβυρινθο της
ζουγκλας των.Αγρια ζωα τον ονειρευτηκαν και τα ονει-
ρευτηκε στο κυνηγι.Εψαξε μαζυ μ'αλλους μεσα στη γη
βαθεια σε σκοτεινα ορυχεια για χρυσαφι..Βρηκε οικι-
σμους,που αφησαν πισω τους ερειπια οι ανθρωποι.
Οταν βγηκε απο τον λαβυρινθο της ζουγκλας ανοιχτη-
κε με του συντροφους στον λαβυρινθο της θαλασσας.
Επεσαν πανω σε αγρια θεορατα κυματα,μερονυχτα πα-
λαιψαν.Σωθηκαν και ξανα τα ιδια.Οι συντροφοι αγριε-
μενοι αρχισαν τις εχθριτες αναμεταξι τους,το κακο το
ενα μετα το αλλο,και χαθηκαν ολοι.
Σ'ενα λιμανι παντρευτηκε μια γυναικα,χηρα.Τον εμαθε τη
γλωσσα της.Εκανε μαζυ της τρια παιδια,δυο αγορια κι
ενα κοριτσι.Ηταν ομορφη γυναικα και τον αγαπουσε.
Ομως πολλες φορες ηταν σκεπτικη,συλλογισμενη.Του
εξομολογηθηκε πως κατι την φοβιζε,αλλα δεν ηξερε τι.
Και μια μερα την βρηκε κρεμασμενη στη αποθηκη απο
ενα ξυλινο δοκαρι της στεγης.Πιο περα βρηκε τα παιδια
μαχαιρωμενα.Η καρδια του κοματιαστηκε.Ουρλιαξε.Τραβη-
ξε τη χρυση καρφιτσα απ'τα μαλλια της και με τη βελονα της
ξεριζωσε τα ματια του να μην βλεπουν.
Εσυρε τα βηματα του ως τη θαλασσα,καθισε κι εκλαψε πικρα.
Εκει ηρθαν και τον βρηκαν οι αστυνομοι και τον
συνελλαβαν.Τον ανακριναν μερονυχτα και τον βασανισαν
σκληρα,ανελεητα.Μετα τον περασαν απο δικη και τον
καταδικασαν να σαπισει το κορμι του στη φυλακη ολη του
τη ζωη .Μεσα στη φυλακη η ζωη του αδειασε,ερημω-
θηκε απο τις φωνες των παιδιων του,απο το γελιο της
γυναικας του,απο τα πουλια του κηπου του,η νυχτα της φυλα-
κης βαρεια τον συμπιεζε σαν πρεσα,το νερο το φαγητο ηταν
δηλητηρια.Και πηρε την αποφαση να ξεφυγει.Εσκαψε στη γη
κρυφη σηριγγα και απεδρασε.
Βρηκε τον τοπο γεματο σκορπιους και τα φιδια ειχαν
πληθυνει,τα δεντρα ξερα ξυλα σκιαχτρα,το νερο χαθηκε,
αποξηρανθηκαν εσκασαν τα χωματα,ο ηλιος χλωμος σβη-
στος σερνονταν στον μαυρο ουρανο.
Εφυγε απο εκεινον τον καταραμενο τον μιασμενο τοπο.
Περιπλανηθηκε στην ερημο,με αποσκελετωμενο το κορ-
μι.Η ζεστη τον εκαιγε.τον επνιγε.Η παγωνια τον κρυωνε
τον νεκρωνε.Δυσκολα εβρισκε νερο κι ετρωγε ελαχιστα.
Εκει συναντησε ανθρωπους της ερημιας και συναναστρα-
φηκε μαζι τους.Τον εμαθαν πως το σωμα του ανθρωπου
ειναι βαρυ και η ψυχη του ελαφρια.Τοτε ηρθε ενας πα-
ραξενος ανθρωπος,τους μιλησε με πυρινα λογια.Πως
θα ερθει το τελος του κοσμου,κι οποιοι θελουν να
γλιτωσουν να τον ακολουθησουν.Τους ειπε πως τα'βαλε
με τη σκληροτητα του κοσμου και την πολεμησε παν-
του.Βασανισθηκε για τις ιδεες του και για τις πεποιθη-
σεις του.Αγωνισθηκε για την Δικαιοσυνη,για την Ελευ-
θερια,για την Ισοπολιτεια.Διδαξε πως το μετρο ολων
των πραγματων ειναι ο ανθρωπος.Ο ανθρωπος ειναι εκει-
νος,που εχει ερθει χθες,εκεινος,που ειναι τωρα,εκεινος,
που θα ερθει αυριο κι εκεινος,που δεν θα ερθει ποτε να
κατοικησει σε κανεναν τοπο και δεν θα υπαρξει σε κανε-
ναν Χρονο.Τα παιδια του δεν τον ακουγαν,ανδρεικελα
και σαλτιπαγγοι καταντησαν στην κοινωνια.Λυπηθη-
κε πολυ.Οι ανθρωποι ,που ζουν ετσι,ειναι σαν να μην
γεννηθηκαν ποτε.Εμεινε ερημος και μοναχος,αρρω-
στο τον βρηκε ο μεγαλος πολεμος.Οι ανθρωποι απο-
δεκατισθηκαν μεσα σ'εκεινη την αγριοτητα.Χαθηκαν,
σαν ποτε να μην ηταν πανω στη γη,γεωργοι,ψαραδες,
ανδρες,γυναικες,παιδια.Οι δικοι του δολοφονηθηκαν,
εμεινε ορφανος και μεγαλωσε σε Ιδρυματα.Πηρε τον
στραβο δρομο.Πουλουσε μια γυναικα σε ανδρες.Την
χτυπουσε και της επερνε τα χρηματα.Μεγαλωσε τη
δυναμη του με διαφορες επιχειρησεις στον υποκοσμο.
Εγινε μισητος στο χωρο εκεινο,σιγουρα θα τον εβγα-
ζαν απ'τη μεση,θα τον δολοφονουσαν ,αν δεν τα πα-
ρατουσε και δεν εξαφανιζονταν.
Για χρονια κρυφθηκε.Εκανε συνειθισμενες δουλειες.
Οταν ξεσπασε μεγαλη κοινωνικη αναταραχη βρεθηκε
χωρις δουλεια,ανεργος.Η οικονομικη του κατασταση
ηταν αθλια.Η γυναικα του πηγε μ'αλλον αντρα,τους
επιασε,εκεινη τον παρατησε και ακολουθησε τον ερα-
στη της.Εκεινος την πουλουσε κι οταν την βαρεθηκε
την εδιωξε την πεταξε στο δρομο.Εκεινη ηρθε και τον
βρηκε,του ζητησε να την συγχωρεσει,κλαφτηκε τον
παρακαλεσε.Την κρατησε.Ομως βαθεια μεσα του την
μισουσε κι ηθελε να την εκδικηθει.Καθε μερα της φερ-
νονταν ασχημα,την ξεφτελιζε και την ταπεινωνε.Μεχρι,
που αρρωστησε,απο φυματιωση και την αφησε αβοητη
να ψοφησει σαν σκυλι .
Μετα τον θανατο της τον κυνηγησαν οι συγγενεις της,
τον κατηγορησαν πως αυτος την σκοτωσε.Εκεινος κα-
λαβε τις προθεσεις τους και μια σκοτεινη ασεληνη νυ-
χτα το'σκασε.
Περιπλανηθηκε σ'ενα πυκνο δασος,χαθηκε μεσα του.
Τ'αγρια θηρια θα τον κατασπαραζαν αν αυτος πρωτος
δεν μηχανευονταν το κυνηγι.Γυμνασε σκυλια,τα'μαθε
τα ιχνη των ζωων και τα'στειλε να τα κυνηγησουν.
Απο τις αγριελιες εκανε τοξο και βελη και τα στοχευ-
σε.
Αφου κανονισε το κυνηγι,οργωσε και εσπειρε τη γη
με σιταρι και καλαμποκι.Απο τις θεσεις των αστεριων
στον ουρανο γνωριζε ποτε αλλαζουν οι εποχες,και
ποτε ειναι καιρος να ταξιδεψει η στη θαλασσα η' στην
ξηρα.Ποτε τα νερα γεμιζουν ψαρια και ποτε ξευγα-
ρωνουν οι λαγοι και ποτε παχαινουν τα ελαφια.
Πηρε τις φωνες απο το στομα του και εκανε τα γραμ-
ματα και τους φθογους της γλωσσας.Αρχισε να ονο-
ματιζει τα πραγματα και τα φαινομενα του κοσμου,
να εκφραζει τα αισθηματα του και να λεει τις σκεψεις
του.Αισθανθηκε πως η γλωσσα ειναι πολυ ανωτερο
εργαλειο απο τα πετρινα και τα ξυλινα εργαλεια,για
να επικοινωνησει με τον κοσμο και τους αλλους αν-
θρωπους γυρω του.Κατανοησε πως ο ανθρωπος υπαρ-
χει πραγματικα μονο γλωσσικα.Το ''υπαρκτο'' ταυτι-
ζεται με το ''υπαρκτο γλωσσικα''.Μιλω,αρα Υπαρχω.
Πολλες φορες ενιωθε τη ζωη του μονοτονη,αχαρη.
Αισθανονταν κι ενα ανεξηγητο φοβο,που δεν ηταν φο-
βος απο τα αγρια ζωα η'απο τα φυσικα φαινομενα.Αρ-
γοτερα θα μαθαινε πως ο φοβος ,που βασανιζει τον
ανθρωπο ειναι μεταφυσικος.Τι υπαρχει περα απο
τον ανθρωπο;Ρωτουσε,και οι απαντησεις ηταν δυσκο-
λες,πολλες ηταν αδυνατες και αντιφατικες και κατα-
ριπτονταν.Επειτα στη θεση τους εμφανιζονταν αλ-
λες,Αβεβαιες,η' δογματικες.Καποιες λεξεις ειχαν ανε-
ξηγητη,αινιγματικη,γοητεια;''ειναι,''φαινεται'',''αλη-
θεια'',...Παρατηρησε πως σε μια προταση οι λεξεις
υπακουν στο νοημα,στο στοχο της προτασης.Ταυτο-
χρονα ομως αυτονομουνται και γεννουν αλλες
προτασεις,κι ετσι προχωραει η γλωσσα και η αναζη
τηση,η σκεψη και η δημιουργια.Το Αγνωστο με το
Γνωστο χωριζονται ασυμπτωτικα.Την αρση του
ασυμπτωτου την καταφερνει ο ανθρωπος.Αλλοτε
αυτη η αρση πραγματοποιειται σε λιγο χρονο,αλλο-
τε σε περισσοτερο και αλλοτε σε απειρο χρονο.
Πολλες νυχτες υπεφερε απο αυπνια.Ενιωθε πως κατι
υπηρχε,κυλουσε,διπλα του και δεν το κατανοουσε.
Οι ανθρωποι δεν ενδιαφερονταν γι'αυτα,που τον
αποσχολουσαν.Με οδυνη ανακαλυπτε πως τον απε-
φευγαν.Ακομα ο τροπος ζωης,που ακολουθουσε εικο-
σι χρονια συνεχως,τον αποξενωσε απο τον περιγυρω
του.Δεν αναγνωριζε τιποτα γυρω του σαν γνωστο,βε-
βαιο.Η ζωη του σαν να σταματησε σε καποια στιγμη,
σαν να βουλιαζει εκει,πληρης ακινησια.
Οσες ομως εικονες ειχαν σχεση με το σωμα του ηταν
μεγενθυσμενες,καθαρες,λεπτομερεις,με μεγαλο αριθ-
μο σημειων πληροφοριας.Τον ανησυχουχε πολυ μια
πληγη,που αιμοραγουσε στο στηθος,απο καποιο μα-
χαιρι .Οι αλλαγες στο σωμα του ηταν μεγαλες.Εχασε
τη ζωντανια του,το δερμα του δεν ηταν ελαστικο,το
χρωμα της σαρκας του ηταν μωβ σκοτεινο,και μυρι-
ζε ασχημα.
Ξαφνικα,βρεθηκε μεσα σ'ενα κηπο πολυ φωτισμενο
περιτριγυρισμενος απο πολλους ανθρωπους.Αντρες με
σμοκιν και γυναικες με βραδυνα επισημα φορεματα
αναταλλασαν κοσμικες φιλοφρονησεις κατω απο τα
δεντρα του κηπου.Αυτος σηκωσε το δεξι του χερι
και τους εκανε μια χειρονομια να σωπασουν.Εκεινοι
υπακουσαν να τον ακουσουν.Τους καλησπερισε και
τους ευχηθηκε καλη διασκεδαση.Μετα απο εκεινη την
συντομη διακοπη επανηλθαν στις συζητησεις τους.
Εκεινος απομακρυνθηκε απο κοντα τους και χαθηκε
μεσα στα δεντρα και στα ανθισμενα λουλουδια.
Διαλεξε ενα μερος και σταθηκε.Μονος,Εκει ο θορυβος
των ανθρωπων δεν εφτανε..
''Ειμαι εδω και καιρο αθανατος'' ψιθυρισε
Επειτα πλησιασε ηρεμος προς το μερος απο οπου ερχον-
ταν η μουσικη και οι φωνες,και χαθηκε μεσα στις παρε-
ες των ανθρωπων.
.
.
.
ΑΥΤΟ,ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ [ Η / ΤΗΝ ] ΕΙΚΟΝΑ ΕΚΕΙ
.
.
Απο το διπλανο δωματιο ακουγονταν μουσικη πιανου,
και φωνες παιδιων.Το σαλονι ειχε τεσσερα παραθυρα,
ενα ανατολικα,δυο νοτια και ενα δυτικα.Πανω στο τραπε-
ζι ενα ανθοδοχειο με κοκκινα τριανταφυλλα και η ντουλα-
πα με ξυλο καρυδιας,βορειοδυτικα στην γωνια του τοι-
χου, ειχε εναν καθρεφτη στην πορτα της..Τα δαχτυλα
του χεριου του του προκαλουσαν εντυπωση.Σε μια κορνι-
ζα στον τοιχο η εικονα εδειχνε τεσσερις ομορφες κο-
πελλες ,οι δυο πανω σε μια βαρκα και οι αλλες εξω
απο τη βαρκα στα νερα της λιμνης η' του ποταμου,
εριχναν λουλουδια στα νερα παιζοντας με πεντε παι-
δια- ερωτες στον αερα.Απο το ραδιοφωνο,εκεινα τα
παλια ραδιοφωνα με την εξωτερικη μεγαλη μπατα-
ρια,ακουγονταν η φωνη της Βιτορια ντε λος Ανχελες
σ'ενα νανουρισμα..Πολλες φορες,αλλα ειδικα εκεινη
την στιγμη,σκεφτονταν να κανει μια αντιγραφη ενος
πινακα του Λεοναρντο ντα Βιντσι,την Αγια Αννα,
με την Μαρια και το βρεφος .Η κορη στην αγκαλια της
μητερας και το παιδι στην αγκαλια της κορης-μητερας..
Η γλυκεια και ζεστη μυρωδια απο το στηθος της γυ-
ναικας κλεισμενη μεσα στο ασπρο μεταξωτο υφασμα με
τις δαντελες τον συγκινουσε με την αναμνηση της,αλλα
και την παρουσια της..
Ο αλλος απο το διπλανο δωματιο σταματησε να παιζει
στο πιανο,σιωπη.Τα δαχτυλα του ασυναισθητα γαντζω-
θηκαν στο υφασμα του καναπε,η γατα διπλα του κοι-
μονταν ησυχη..Τωρα ηταν η μεγαλη ευκαιρια,σκεφτη-
κε.Ανοιξε με προσοχη την πορτα να μην τον ακουσουν,
μπηκε στην κρεβατοκαμαρα,προχωρησε στο μισοσκο-
ταδο μεχρι το κρεβατι με τον μεταλλικο σκελετο.Ειδε
την γυναικα,που κοιμονταν,στο πλαι του αντρα,.Το
προσωπο της ηταν ομορφο,τα μαλλια της μαυρα σγου-
ρα πανω στο λευκο μαξιλαρι,το χερι της γυμνο μεχρι
τον ωμο εξω απο τα σκεπασματα πανω στο σεντονι.Το
στηθος παλλονταν απαλα και ηρεμα στην αναπνοη της.
Σηκωσε,το χερι και με ανοιχτα τα ματια εκανε εκεινη την
πραξη.Εκεινος,ο ξενος,δεν ξυπνησε ,βυθιστηκε στο κοκ-
κινο ονειρο του..Εκεινη ξυπνησε και γλυκα τον πηρε κον-
τα της και τον βυθισε στο αιωνιο ονειρο του.
Το βραδυ,στο τραπεζι,που ετρωγαν,κανενας δεν μιλησε
για εκεινο το γεγονος,σαν να μην συνεβηκε,η' σαν να
αναβληθηκε η πραξη του,η' να ακυρωθηκαν οι συνεπει-
ες του.
Στο κρεβατι ,αργοτερα,μονος του.Δεν ειχε υπνο,εξω εβρεχε,
ο αερας ουρλιαζε,οι αστραπες εσκιζαν την νυχτα κι επειτα
οι βροντες τους δυνατες.Οταν τον πηρε ο υπνος εξω ξημε-
ρωνε.Η βροχη ειχε σταματησει.
Ξυπνησε το μεσημερι,ηπιε γαλα,το ποτηρι δεν το επλυνε
το αφησε στον νεροχυτη,βιαζονταν,να φυγει απο το σπιτι.
Ξυριστηκε,και του φανηκε το προσωπο του μεσα στις σα-
πουναδες σαν το προσωπο ενος αλλου,ενος ξενου.
Εκεινη την νυχτα ηταν τρυφερη μαζι του,περισσοτερο απο
τις αλλες φορες.Της το ειπε.Εκεινη χαμογελασε,σαν μαργα-
ριταρια ελαμψαν τα δοντια της και του χαιδεψε το προσωπο
και τα μαλλια.Επειτα σηκωθηκε απο το κρεβατι,την κοιταξε,
αιχμαλωτισθηκε απο την εικονα της,ηταν ομορφη.Εκεινη γυ-
ρισε το κεφαλι ,τον ειδε πως την κοιταζε.Εκεινος ντραπηκε,
συνεχιζε ομως να την κοιταζει.Την ακουσε να ανοιγει τη βρυ-
ση,επειτα ο ηχος του νερου,που γεμιζε το ποτηρι.Επεστρεψε
στο δωματιο και ξαπλωσε διπλα του στο κρεβατι.Ενιωθε ευ-
τυχισμενος.Κοιτουσε τα μαλλια της,το μετωπο της ,τα ματια
της,τον λαιμο της,το στηθος της,την κοιλια της.,τα χερια της,
τα ποδια της,ολα.Σε λιγο την πηρε ο υπνος.
Εκεινος ανασηκωθηκε και την κοιτουσε πολυ ωρα,σαν ενα
παραξενο και ταυτοχρονα σαν ενα οικειο πλασμα,που ηρθε
μεχρι εδω ποιος ξερει απο που.Αναρωτηθηκε,τι γνωριζε γι'
αυτην;Τι επιθυμουσε;Ηταν δυνατο να γινει η επιθυμια της
επιθυμιας της;Και απο εκεινο τον φαυλο κυκλο να μην δρα-
πετευσει ποτε;Να φτασει στο τελος του.
Ξαφνικα αισθανθηκε τρομο μαζι με τυψεις.Απλωσε το χερι
και βρηκε το πακετο με τα τσιγαρο στο τραπεζακι διπλα.Ανα-
ψε ενα τσιγαρο, κρατησε το σπιρτο αναμμενο μεχρι να σβη-
σει και παρατηρουσε στον καθρεφτη απεναντι του μεσα στο
μισοσκοταδο του δωματιου την λαμψη της καφτρας του τσι-
γαρου,που πηγαινοερχονταν απο το χερι στο στομα του..Του
ηρθε να ουρλιαξει.
Απο το διπλανο δωματιο ακουστηκε το κλαμα ενος μωρου
παιδιου,σταματησε για λιγο,κι αρχισε παλι,πιο δυνατο.Σκε-
παστηκε μεχρι πανω να μην το ακουει .
Οταν ξυπνησε εκεινη ειχε φυγει για την δουλεια.Πανω στο
τραπεζι της κουζινας του ειχε αφησει ενα σημειωμα.Θα γυριζε
σπιτι το μεσημερι,στις συο και μισι περιπου,στο ψυγειο
ειχε βουτυρο και μελι,να φαει,αν πεινουσε.
Στο σαλονι τα παραθυρα ηταν κλειστα και τα καλυπταν κουρ-
τινες,στο τραπεζι το ανθοδοχειο με κοκκινα τριανταφυλλα
και κορνιζες με φωτογραφιες διαφορα προσωπα της οικογεν-
νειας.Στον τοιχο ενας πινακας αντιγραφη του Ντα Βιντσι με
την Αγια Αννα,την Μαρια και το βρεφος.
Βγηκε στην βεραντα,γεματη γλαστρες με λουλουδια.Η μερα
ειχε εναν λαμπερο ηλιο,φωτισμενη.Κατω ο κηπος,ειδε την
μηλια,πιο περα ειδε την ροδια.Κατεβηκε να περπατησει σ'ε-
κεινον τον κηπο.Σκονταψε σ'ενα παιδικο παιχνιδι,μια κουκλα
μωρου παιδιου με βγαλμενα τα ματια,με ενα ποδι και ενα χε-
ρι.
Δεν θα καθονταν να την περιμενει ,θα εφευγε.''Εγω'' φωναξε
δυνατα σαν να ηθελε να τον ακουσει καποιος αλλος,κι επει-
τα πιο σιγα:''Εγω''.
Ξαναγυρισε σπιτι,μπηκε μεσα στο δωματιο με την ντουλαπα,
ανοιξε την πορτα της με τον καθρεφτη .Κοιταχτηκε μεσα του
και δεν τον εκλεισε.Βρηκε μεσα στην ντουλαπα τα ρουχα της
και εψαξε να βρει τα αλμπουμς με τις φωτογραφιες.Τα βρηκε.
Κοιταξε τις φωτογραφιες.Σε μια παλια κιτρινισμενη φωτογρα-
φια ειχε στηθει μικρουλα ,δυο-τριων χρονων, διπλα σε μια ξυ-
λινη κουνια.Σε μια αλλη φωτογραφια ηταν γυναικα πια,
ομορφη,με ματια μεγαλα και μαυρα σγουρα μαλλια.Ηταν
εγκυος και ειχε τα χερια της προστατευτικα πανω στην φου-
σκωμενη κοιλια της. Οι αλλες ηταν συνειθισμενες,σε καποια
οικογενειακη εκδηλωση,γιορτη,σε καποιο ταξιδι,ο πατερας,
η μητερα,τα αδερφια,συγγενεις.
Βρηκε και μια φωτογραφια στην οπιοια ηταν πολυ κοντα με
καποιον αγνωστο .Τους εδειχνε απο τη μεση και πανω.Χαμο-
γελουσε ,φαινονταν ευτυχισμενη.Τα ματια της ελαμπαν,τα
χειλη τα ειχε βαμμενα κοκκινα και φορουσε χρυσα σκουλα-
ρικια στα αυτια της.Σε καποια αλλη,τραβηγμενη μεσα σε
καποιο παρκο,στεκονταν κατω απο το αγαλμα ενος εφιππου
αντρα.Φορουσε μακρυ μαυρο φορεμα.
Βγηκε εξω .Οπως ηταν αφηρημενος δεν προσεξε και ενα
αυτοκινητο πηγε να πεσει πανω του απο πισω.Τιναχτηκε
ενστικτωδως.Ακουσε πισω του το φρεναρισμα του αυτοκι-
νητου.Δεν γυρισε να δει.Προχωρησε και ανακατευθηκε
μεσα στο πληθος των ανθρωπων.
Οταν μπηκα μεσα στο δωματιο βρηκα τη γυναικα με το μωρο
στην αγκαλια της.Το κρατουσε με το ενα χερι και με το αλλο
πηγε και ανοιξε τα παραθυρα στο φως.Ο ηλιος εμπαινε στο
δωματιο απο τα παραθυρα ανατολικα-νοτια.Στο ανθοδοχειο
πανω στο τραπεζι ειχε βαλει κοκκινα τριανταφυλλα.Ο καθρε-
φτης στην πορτα της ντουλαπας,στα δυτικα-βορεια ,του τοι-
χου βορεια αντανακλουσε στο εσωτερικο του ενας μερος του
χωρου,με την μητερα και το παιδι στην αγκαλια της.
Τους πλησιασα,το παιδι εκλαψε και τραβηχτηκε πισω φοβι-
σμενο,σφιχτηκε στο στηθος της μανας του.Εκεινη γελασε,
του χαιδεψε τρυφερα το κεφαλι,εσκυψε κατι του ψιθυρι-
σε στο αυτι, εκεινο σταματησε το κλαμα κι ησυχασε σ'εκει-
νη τη θεση,μεσα στην αγκαλια της μητερας του.
.
.
.
ΔΙΠΛΟ ΟΝΕΙΡΟ
.
.
Το μεσημερι η ζεστη μεγαλωνε.Ξαπλωνε κατω απο την
μεγαλη βελανιδια,να ξεκουρασθει στον ισκιο της.Ανοιγε
τα ποδια και απλωνε τα χερια στο σχημα του γραμματος
Χ.Κοιτουσε ψηλα πανω τα κλαδια του δεντρου και ανα-
μεσα απο αυτα και τα φυλλα εβλεπε γαλαζια φωτεινα
κομματια του ουρανου.Μ'αυτες τις εικονες βυθιζονταν
στον υπνο.
Εκει μεσα στο ονειρο ηταν ενα πετρινο διοροφο σπιτι.Κα-
νενας δεν υπηρχε εκει.Ανοιξε το παραθυρο προς την ανατο-
λη.Καθησε στην καρεκλα απεναντι απο το ανοιγμενο παρα-
θυρο,ακινητος,σαν κατι να περιμενε,αοριστο.Απο το παρα-
θυρο εξω εβλεπε τον λοφο με τις ελιες και τα κυπαρισσια,
περα στο βαθος τα βουνα αχνα γαλαζια γκριζα.Ακουστηκε
ενας θορυβος,ξυπνησε και βγηκε εξω.Βρεθηκε σ'εναν πλα-
κοστρωτο δρομο,τον ακολουθησε κατηφοριζοντας.Αριστε-
ρα και δεξια του πευκα και ευκαλυπτοι.Πιο κατω τα πευκα
και οι ευκαλυπτοι εξαφανισθηκαν,στη θεση τους εμφανι-
σθηκαν νεραντζιες και λεμονιες.Εκεινα τα δεντρα μαζι με
αλλα σχηματισαν εναν κηπο.Εκει μεσα τα λουλουδια η-
ταν ανθισμενα.Ενα πουλι πεταξε στον αερα ,επειτα ακο
λουθησαν και αλλα.Ακουσε ενα γλυκο τραγουδι.Και ξαφ-
νικα το τραγουδι σταματησε.Σηκωσε τα ματια και την
ειδε.Ειχε φωτεινα ματια.Εκει μεσα στο ονειρο ξυπνη-
σε.
Εκανε πολλες προσπαθειες να κοιμηθει παλι αλλα δεν
τα καταφερε.
Γυρισε σπιτι την ωρα ,που εδυε ο ηλιος.Την νυχτα το
φεγγαρι απο το ανοιχτο παραθυρο ελουζε το δωματιο
μεσα με ασημενιο φως.Ειδε την αδεια καρεκλα και
σκεφτηκε τον ανθρωπο,που ταιριαζει καθισμενος στο
σχημα της.Στο τραπεζι φανταστηκε ολα τα ειδωλα,που
συνεπαγεται η ιδεα του.
Την ωρα ,που ξημερωνε κοιμηθηκε.
Οταν ξυπνησε αργα το απογευμα,στο πετρινο διοροφο
σπιτι δεν υπηρχε κανενας.Ανοιξε το παραθυρο προς την α-
νατολη.Καθησε στην καρεκλα απεναντι απο το ανοιγμενο
παραθυρο,ακινητος,σαν κατι να περιμενε,αοριστο.Απο το
παραθυρο εξω εβλεπε τον λοφο με τις ελιες και τα κυπαρι-
σσια,περα στο βαθος τα βουνα αχνα γαλαζια γκριζα.Ακου-
στηκε ενας θορυβος,ξυπνησε και βγηκε εξω.Βρεθηκε σ'εναν
πλακοστρωτο δρομο,τον ακολουθησε κατηφοριζοντας.Αρι-
στερα και δεξια του πευκα και ευκαλυπτοι.Πιο κατω τα
πευκα και οι ευκαλυπτοι εξαφανισθηκαν ,στη θεση τους
εμφανισθηκαν νεραντζιες και λεμονιες.Εκεινα τα δεντρα
μαζι με αλλα σχηματισαν εναν κηπο.Εκει μεσα τα λου-
λουδια ηταν ανθισμενα.Ενα πουλι πεταξε στον αερα ,επειτα
ακολουθησαν και αλλα.Ακουσε ενα γλυκο τραγουδι.Και ξαφ-
νικα το τραγουδι σταματησε.Σηκωσε τα ματια και την
ειδε.Ειχε φωτεινα ματια.Εκει μεσα στο ονειρο ξυπνη-
σε.
Ακολουθησε τον πλακοστρωτο δρομο.Ο δρομος καμπυλω-
νε ελαφρα κατω απο τα βηματα του,σαν τοξο ενος μεγαλου
κυκλου.Τα πευκα και οι ευκαλυπτοι εξαφανισθηκαν,στη θε-
ση τους εμφανισθηκαν αριστερα και δεξια του δρομου νε-
ραντζιες και λεμονιες.Εκεινα μαζι με αλλα δεντρα σχηματι-
σαν εναν κηπο με νερα ,λουλουδια και πουλια και ζωα.Στον
αερα πεταξε ενα πουλι ,το ακολουθησαν και αλλα πολλα.
Τοτε ακουσε το γλυκο τραγουδι.Και ξαφνικα σταματησε το
τραγουδι.Σηκωσε τα ματια και την ειδε.Ηταν ομορφη κι
ειχε φωτεινα ματια.
Εκεινη τη μερα ειχε αδεια και δεν πηγε στην δουλεια.
Περπατουσε σ'ενα πολυσυχναστο εμπορικο δρομο στο
κεντρο της πολης και μπηκε σ'ενα μεγαλο καταστημα ρου-
χων.Αγορασε μια μπλουζα και μια φουστα.Στον καθρεφτη
του καταστηματος ειδε το ειδωλο της .
Σημερα ειχε εναν ελαφρυ πονοκεφαλο.Πιο κατω στον
εμπορικο δρομο σ'ενα κατασημα οπτικων αγορασε γυα-
λια ηλιου.
Οταν πηρε τον ηλεκτρικο να γυρισει σπιτι της στο βαγονι
του τρενου δεν υπηρχαν πολλοι επιβατες.Απεναντι της κα-
θονταν μια ηλικιωμενη γυναικα,το τρανταγμα του τρενου
και η κουραση την αποκοιμιζε.Στο βαθος ενα μικρο αγο-
ρακι ,διπλα του μια γυναικα.Ο πονοκεφαλος δεν της ειχε
περασει και της προκαλουσε υπνηλια.Παρατηρησε την
κοιμισμενη γυναικα απεναντι της.Τι γνωριζουμε για τους
αλλους ανθρωπους,απο που ερχονται και προς τα που πα-
νε;.Γυρισε το κεφαλι κι ειδε εξω απο το παραθυρο την πο-
λη.Εκτεινονταν σ'ενα λαβυρινθο απο δρομους και κτιρια,
Πως συμβαινει και μεσα σ'αυτον τον λαβυρινθο να συ-
ναντιουνται οι ανθρωποι;
Τα ματια της εκλεισαν και βυθιστηκε στο ονειρο.Βρισκον-
ταν μεσα σ'εναν κηπο με δεντρα και λουλουδια ανθισμε-
να,μηλιες,λεμονιες,με νερα ,και ζωα και πουλια.κι αρχι-
σε να τραγουδαει.Πεταξε ενα πουλι ,ακολουθησαν κι αλλα
πουλια.Τραγουδουσε.
Και ξαφνικα σταματησε το τραγουδι και ξυπνησε.Σηκω-
θηκε και πηγε στο παραθυρο,εξω στο φως ο λοφος με τις
ελιες και τα κυπαρισσια και περα στο βαθος τα βουνα
αχνα γαλαζια γκριζα.Κατεβηκε τη ξυλινη εσωτερικη σκαλα,
και βγηκε στον κηπο.Σαν κατι αοριστο να την τραβουσε
σαν μαγνητης.Αυτη την εποχη τα λουλουδια ηταν ανθισμε-
να,οι πεταλουδες ετρεχαν τα χρωματιστα ειδωλα τους πανω
στα νερα,τα λεμονια φουσκωναν κιτρινα στο φως ,εκει
μεσα στην ευτυχια του κηπου αρχισε να τραγουδαει.
Και ξαφνικα σταματησε το τραγουδι και ξυπνησε.Απε-
ναντι της καθονταν η ηλικιωμενη γυναικα,το παιδι στο
βαθος του τρενου δεν ηταν εκει, ειχε κατεβει σε καποιον
σταθμο.Η ηλικιωμενη γυναικα ετοιμασθηκε να κατεβει στον
επομενο σταθμο.Συλλογισθηκε πως γινεται να συναντιουνται
οι ανθρωποι και να μην ανταλλασουν εναν λογο,κι οπως εμ-
φανισθηκαν ξαφνικα να εξαφανιζονται απο τα ματια μας;
Υπαρχουμε η'δεν υπαρχουμε στα υπαρχω των αλλων;Ποτε
θα συναντησουμε ανθρωπους,που τωρα μας αγνοουν και τους
αγνοουμε;Ποιοι ανθρωποι και ποια πραγματα μας ταιριαζουν;
Μηπως ειμαστε κλεισμενοι μεσα σε ονειρα,το ενα ενα μεσα
στο αλλο;Ποιον ονειρευομαστε να μας ονειρευεται,που τον
ονειρευομαστε να μας ονειρευεται...;Εξω απο το παραθυρο
του τρενου σιγα-σιγα η πολη αραιωνε.Λιγοτερα τωρα τα σπι-
τια και πιο απομακρυσμενα μεταξυ τους.Αποφασισε,η' ηθελε
να πιστευει πως αποφασισε,να μην γυρισει σπιτι.Ο πονοκεφα-
λος της ειχε περασει.
Οταν εφτασε το τρενο στο τερμα κατεβηκε και περιπλανη-
θηκε στην εξοχη πολυ ωρα.Περπατουσε σε δρομακια με
πευκα και ευκαλυπτους αριστερα και δεξια,κι επειτα σε δρο-
μακια με νεραντζιες και λεμονιες και βρεθηκε σε κηπο με
λουλουδια ανθισμενα.Ενα πουλι πεταξε και το ακολουθη-
σαν κι αλλα πουλια.Αρχισε να τραγουδαει.Και ξαφνικα
σταματησε το τραγουδι και ξυπνησε.Ειδε το παραθυρο
με τις κουρτινες τραβηγμενες,εξω στο φως ο λοφος με
τις ελιες και τα κυπαρισσια,περα στο βαθος τα βουνα
αχνα γαλαζια γκριζα.Κατεβηκε τη ξυλινη εσωτερικη
σκαλα,και βγηκε στον κηπο.Σαν κατι αοριστο να τον τρα-
βουσε σαν μαγνητης.Αυτη την εποχη τα λουλουδια ηταν
ανθισμενα,οι πεταλουδες ετρεχαν τα χρωματιστα ειδωλα
τους πανω στα νερα,τα λεμονια φουσκωναν κιτρινα στο
φως,εκει μεσα στην ευτυχια του κηπου αρχισε να τραγου-
δαει.
Και ξαφνικα σταματησε το τραγουδι της.Τοτε τον ειδε
εκει μπροστα της.''Εχεις φωτεινα ματια''τον ακουσε να
της λεει.
Κι οταν ξυπνησε ηταν παντα εκει,στον κηπο μαζι.
.
.
.
Η ΑΠΟΥΣΙΑ [ Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ]
.
.
Το ειχε αποφασισει,ολα θα γινονταν οπως τα ειχε
σχεδιασει,ως την παραμικρη λεπτομερεια.Ειχαν ζη-
σει μαζι δεκα- πεντε χρονια,παιδια δεν ειχαν.Εκεινη
η μερα ηταν καταλληλη για την εκτελεση του σχεδι-
ου του.Εβρεχε απο το πρωι ασταματητα.Ετοιμασθη-
κε,φορεσε την αδιαβροχη καμπαρντινα του,κοιταξε
την ωρα στο ρολοι και της φωναξε πως θα βγει εξω.
Εκενη ηταν στην κουζινα,μεσα στον θορυβο δεν τον
ακουσε.Το επανελαβε,εκεινη κατι του ειπε,δεν το α-
κουσε.Δεν θα αργουσε,της ειπε.Ανοιξε τη πορτα ,την
εκλεισε και βγηκε εξω στη βροχη.Η βροχη ειχε δυ-
ναμωσει.
Επρεπε να παρει την ομπρελα,σκεφτηκε ομως πως
δεν θα του χρειαζονταν.Στη μεση του δρομου τα νε-
ρα λιμναζαν,απεναντι ειχαν σχηματισει ορμητικο χειμ-
μαρο.Διεσχισε γρηγορα το δρομο και βρεθηκε στο
απεναντι πεζοδρομιο.Προχωρησε εφτα -οχτω μετρα
αριστερα και εστριψε στη γωνια του δρομου.Η βρο-
χη τον χτυπουσε στο προσωπο,εσπρωξε την σιδερε-
νια αυλοπορτα,την εκλεισε πισω του και μπηκε στη
μικρη αυλη του σπιτιου.Το σπιτι ηταν ενα παλιο
διοροφο νεοκλασικο.Ο ιδιοκτητης του,απ'τον οποιο
το ειχε αγορασει προσφατα,το ειχε εγκαταλειψει χρο-
νια.Βιαστηκε,ανεβηκε τα λιγα σκαλοπατια μεχρι
την εισοδο,ξεκλειδωσε την πορτα.Η πορτα ετριξε
καθως την ανοιγε,την εκλεισε πισω του.Το φως
ηταν ελαχιστο.Ανεβηκε την ξυλινη εσωτερικη σκα-
λα στον δευτερο οροφο.Ανοιξε την πορτα και την
εκλεισε πισω του.Του ειχε κοπει η ανασα απο την
προσπαθεια να βρεθει γρηγορα εκει.Καθισε σ'εναν
καναπε να ηρεμησει.Σιγα-σιγα συνειθισε στο λιγο-
στο φως.Σηκωθηκε,εβγαλε την καμπαρντινα του και
την αφησε πανω σε μια καρεκλα.Πηγε στην κρεβατο-
καμαρα,μεσα στο μισοσκοταδο ξαπλωσε στο κρεβα-
τι με τα ρουχα,δεν σκεπαστηκε,αισθανονταν ζεστη
και μετα απο λιγο αποκοιμηθηκε.
Ο υπνος του ηταν ανησυχος,γεματος εφιαλτες.Σε εναν
απ'αυτους,γνωριζε σημαντικα πραγματα,που δεν μπο-
ρουσε να τα μεταδωσει.σε κανεναν αλλονΗ αγωνια του
ηταν μεγαλη γιατι απο την μη ανακοινωση τους κινδυνευ-
αν οι ζωες πολυ αγαπημενων του προσωπων.Τα λογια
του δεν υπακουσαν στους βασικους κανονες της γλωσ-
σας, ηταν εντελως ακατανοητα.
Οταν ξυπνησε ενιωθε πολυ κουρασμενος.Σηκωθηκε
απο το κρεβατι.Πηγε στο παραθυρο της κρεβατοκα-
μαρας,ανοιξε τα φυλλα του και κοιταξε απο τη χαρα-
μαδα αναμεσα απο τα κλειστα παντζουρια το σπιτι
του απεναντι.Τα παραθυρα ηταν κλειστα,τα παντα
ακινητα.Καθισε πολυ ωρα εκει κρυμενος να κοιταζει
για καποια κινηση.Τιποτα,καμια κινηση απεναντι.
Αποτραβηχτηκε για λιγο.Πηγε στο μπανιο να πλυ-
θει,κι υστερα στη κουζινα να φαει κατι,απ'αυτα,που
ειχε εφοδιασει το ψυγειο.Ξαναγυρισε στη θεση της
παρατηρησης του.Τιποτα δεν ειδε.
Μονο οταν νυχτωσε ειδε αμυδρο φως στη χαραμαδα
των κλειστων παντζουριων στο πανω αριστερο παρα-
θυρο.Περιμενε υπομονετικα να δει κατι περισσοτερο.
Ματαια,τιποτα.Ακουσε το ρολοι ,εξω σ'ενα δημοσιο
κτιριο να χτυπαει την ωρα,εντεκα.Εμεινε στη θεση
του ,παρα την κουραση,το πιασιμο του σωματος του
και την μεγαλη υπνηλια,που ενιωθε.
Παλι ο υπνος του ηταν ανησυχος.Καποιες ωρες της
νυχτας τις περασε ξαγρυπνος,προσπαθωντας,πολυ
δυσκολα,να θυμηθει τους εφιαλτες του.
Σ'εναν απ'αυτους ενας ανθρωπος του ανακοινωσε πραγ-
ματα ανησυχητικα,και του απεδειχνε ψυχρα την απειλι-
τικη πραγματικοτητα τους..Ολα αυτα διαδραματιζον-
ταν σ'ενα τεραστιο χωρο με απειρες ηλεκτρονικες οθο-
νες διαφορων διαστασεων.Ο ανθρωπος στην τελευταια
του προταση παρομοιασε το Συμπαν μ'ενα Γιγαντιαιο
Διχτυο Οθονων.Υστερα απομακρυνθηκε απο κοντα
του,προχωρησε στο βαθος της αιθουσας και διαλυθη-
κε τους φθορισμους των οθονων.
Την αλλη μερα,και τις επομενες τρεις ημρες δεν παρα-
τηρησε κατι σημαντικο.Παντα το αμυδρο φως στην
χαραμαδα του παραθυριου,στις εντεκα ακριβως το
βραδυ εσβηνε.Ο υπνος του συνεχιστηκε ανησυχος,οι
εφιαλτες του ομως τωρα ειχαν ελλατωθει.
Για αρκετο καιρο συνεβαιναν τα ιδια με ασημαντες
παραλλαγες.
Μια μερα,περιπου στις δεκα η ωρα το πρωι,ειδε μια
νεα και μια ηλικιωμενη γυναικα να μπαινουν στο
σπιτι.Μια ωρα αργοτερα η εξωπορτα ανοιξε και
βγηκε η νεαρη γυναικα.Εστριψε στη γωνια αριστερα.
Μετα απο λιγο επεστρεψε συνοδευομενη μ'εναν
ψηλο αγνωστο αντρα,Ο αντρας ηταν χοντρος με με-
γαλη κοιλια και φορουσε μυωπικα γυαλια..Μετα την
εισοδο τους στο σπιτι,τα κλειστα παντζουρια στα
δυο παραθυρα ανοιξαν στον πανω οροφο.Ειδε για
λιγο την ηλικιωμενη γυναικα στο ανοιγμα του δεξι-
ου παραθυρου.Εντελως αγνωστη.Φοβηθηκε μην τον
δει και τραβηχτηκε απο την χαραμαδα της παρατηρη-
σης του,εκανε πισω και κρυφτηκε στο σκοταδι της
καμαρας.Τον ειδε;Δεν ηταν δυνατον να τον δει.Το
σχεδιο του ειχε αποκλεισει την αποκαλυψη του.
Ολη τη νυχτα εμεινε αγρυπνος.Τα φωτα στον πανω
οροφο ηταν αναμενα.Οι κουρτινες στα παραθυρα
ηταν τραβηγμενες και καλυπταν την θεα του.Εβλε-
πε τις σκιες τους.Ο χρονος εκθεσης του στα φωτεινα
ανοιγματα,ο αριθμοςκαι η θεση τους διεφερε.Εβλεπε
μια σκια η' δυο σκιες για λιγο η'για περισσοτερο χρονο
σ'ενα η' και στα δυο ανοιγματα.Αυτο συνεχιζονταν για
λιγο η' για περισοτερο χρονο διακοπτομενο απο ελλε-
ψη σκιας,για μικρα η' μεγαλα χρονικα διαστηματα.
Κοντα στο ξημερωμα εσβησαν τα φωτα στο σπιτι,τα
παντζουρια ομως δεν τα εκλεισαν..
Εξαντλημενος ξαπλωσε στο κρεβατι με τα ρουχα να κοι-
μηθει.Ο υπνος του ηταν εφιαλτικος.Σ'ενα τεραστιο κτι-
ριο ανεβαινε συνεχως ελικοειδεις σκαλες.Σε καθε επι-
πεδο ο ιδιος αναλοιωτος πανομοιοτυπος χωρος.Νιωθον-
τας το ματαιο,το παραδοξο,σταματησε την ανοδο.Κατε-
βαινοντας τις απειρες ελικοειδεις σκαλες δεν βρηκε την
εισοδο του κτιριου,ουτε συναντησε αλλους ανθρωπους,
αν και ακουγε ποτε κοντα και ποτε μακρυα του τις φω-
νες τους.Η συγχιση του ηταν πολυ μεγαλη,που δεν
γνωριζε αν ανεβαινε η' αν κατεβαινε,αν κινουνταν
οριζοντια η ' σε καποια γωνια,θετικη η' αρνητικη.
Ξυπνησε.Τα θυμονταν ολα καθαρα.
Επειτα κοιμηθηκε ,χωρις ονειρα.
Οταν ξυπνησε ολα τα παραθυρα στην προσοψη του
σπιτιου του ηταν κλειστα.Και τις επομενες ωρες και
μερες παρεμειναν κλειστα.
Την πεμπτη μερα ειδε τη γυναικα του να βγαινει απ'
το σπιτι κατα τις εννεα και τεταρτο το πρωι.Η μερα ηταν
καθαρη ειχε ηλιο.Μετα απο σαραντα λεπτα περιπου
επεστρεψε κουβαλωντας στα χερια της σακουλες με
ψωνια.Κατα τις τεσσερις το απογευμα την επισκεφθη-
κε μια γυναικα ,γνωστη τους.Τα παραθυρα ανοιξαν.
Οταν νυχτωσε η γνωστη γυναικα εφυγε.
Εκεινη τη βραδυα αποφασισε να κοιμηθει νωρις.
Για πρωτη φορα απο τοτε,που εγκατασταθηκε
σ'αυτο το σπιτι ο υπνος του ηταν ηρεμος.
Το πρωι κοιταχθηκε στον καθρεφτη του μπανιου.Το
προσωπο του αδυνατο,το δερμα του ωχρο,τα γενια
του ειχαν μεγαλωσει.Παραξενο,δεν ενιωσε δυσφο-
ρια,δεν ανησυχησε ,δεχτηκε την σωματικη του αλ-
λαγη με ανακουφιση.Ντυθηκε και βγηκε εξω απο το
σπιτιστην πολη.
Ηπιε καφε σ'ενα απο τα κεντρικα καφενεια.Καποιος
τον σταματησε στον δρομο.Τον κοιταξε καλα κι επειτα
ζητωντας του συγνωμη του ειπε πως εκανε λαθος,τον
περασε για καποιον αλλον.
Συνεχισε να βγαινει εξω.Σπανια τωρα συνεβαινε κα-
ποιος να τον σταματα και να τον παιρνει για καποιον
αλλο.μεχρι,που κι αυτο σταματησε.Επισης σπανια
τωρα πηγαινε στο παραθυρο.
Καποτε γα εναν ολοκληρο μηνα δεν ειδε καθολου τη
γυναικα του.Επειδη δεν μπορουσε να υποθεσει πως
ηταν κλεισμενη μεσα στο σπιτι, η' πως ηταν αρρωστη,
φανταστηκε πως ελλειπε σε ταξιδι.
Οταν επεστρεψε του φανηκε αδυνατη,περπατουσε με
δυσκολια.Τ'απογευματα ακουγε το ραδιοφωνο δυνατα
να παιζει μουσικη,ποτε στο ισογειο,ποτε στον πρωτο
οροφο,κι αργοτερα ακουγε την τηλεοραση ανοιχτη πα-
νω στο σαλονι,μεχρι πολυ αργα τη νυχτα.Το θεωρησε
φυσικο στη ζωη μιας μοναχικης και ερημης γυναι-
κας.
Καποια νυχτα τον ξυπνησαν δυνατα γελια.Προερχον-
ταν απ'τη μερος του σπιτιου.Δεν σηκωθηκε να κοιταξει.
Για αρκετη ωρα ακουστηκαν οι φωνες και τα γελια,
απο καποια κοσμικη συγκεντρωση στο σπιτι,επειτα
επικρατησε σιωπη,ησυχια.
Εκεινος με τον καιρο εκανε νεες γνωριμιες,ασχοληθη-
κε με διαφορες επιχειρησεις,ταξιδεψε σε πολλες χωρες,
γνωρισε ανθρωπους,που ειτε ενδιαφερθηκε,παθιαστη-
γι'αυτους,ειτε αδιαφορησε.
Ετσι κυλησε ο χρονος και περασαν χωρις να το κατα-
λαβει εικοσι ολοκληρα χρονια.
Ενα απογευμα,μια βροχερι μερα απο το πρωι,διεσχισε
το δρομο γεματο με νερα μεχρι το απεναντι πεζοδρομιο
του σπιτιου του.Ανοιξε την πορτα και μπηκε μεσα.
''Γυρισες,ξεχασες να παρεις την ομπρελα μαζυ σου και
βρεχει σημερα απ'το πρωι ασταματητα '' ακουσε τη φω-
νη της γυναικας του,μεσα στο θορυβο των πιατων,που
πλενονταν,να ερχεται απο το μερος της κουζινας στο
βαθος.
.
.
.
Η ΜΑΣΚΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ,ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ

.
.
Ειχαν πολλα κοινα συμφεροντα,κυριως οικονομικα.
Αυτος ειχε στην ιδιοκτησια του πολλα μπαρ και
σπιτια με κοινες γυναικες στην πολη,το ιδιο και
ο αλλος.Αυτη η δουλεια βασιζεται,ετσι πιστευε
και αυτο εφαρμοσε,σ'ενα τεραστιο δικτυο,με μηχα-
νισμους ,που παγιδευουν τον αντιπαλο στον πολυ-
πλοκο λαβυρινθο του και τον εξολοθρευουν.Ενα τρο-
μακτικα ακαμπτο σκληρο συστημα οργανωσης:
χρημα,δυναμη,εκδικηση,τιμωρια.
Αρκετο καιρο τον απασχολουσε πως να παρασυρει
τον αλλον με καποιο εφυεστατο σχεδιο,και να τον
εξοντωσει σωματικα και οικονομικα,χωρις ο αλλος
να υποψιαστει το παραμικρο.Γνωριζε πολυ καλα,
πως ο αλλος ηταν πονηρος και φοβονταν πως αν
αργοπορουσε,εκεινος θα τον προλαβαινε.Τον τελευ-
ταιο καιρο του εστελνε τριτους ανθρωπους,να λυσουν
τα μεγαλα προβληματα,που δημιουργηθηκαν μεταξυ
τους.Μια δυο φορες καταφερε να συναντηθουν στην
σουιτα ενος πολυτελους ξενοδοχειου,σ'ενα απο τα πολ-
λα διαμερισματα,που διατηρουσε.Πιστευε πως ενας
κινουμενος στοχος στοχευεται πιο δυσκολα απο εναν
ακινητο στοχο..Ηταν ψηλος,και παρα τα χρονια του
το σωμα του ηταν καλοδιατηρημενο,σαν γερασμενο
αλλα επικινδυνο ακομα αιλουροειδες.Το βλεμμα του
ηταν παγερο,διαπεραστικο σαν στιλετο,και φοβηθηκε
μηπως αποκαλυψει τις σκεψεις του,τα σχεδια του.Σκε-
φτηκε πως αν ειχε καταλαβει,διαισθανθει,το σχεδιο
του ,ειχε την ικανοτητα να το οικειοποιηθει,και να
το αναμορφωσει προς οφελος του,ειτε να το ακυρω-
σει ειτε να το μεταποιησει ετσι,που να τον παραπλα-
νησει πως αυτος ειναι ο κυριος του σχεδιου,πως ολες
οι κινησεις προερχονται απ'αυτον τον ιδιο,και εκεινος
θα τον περιμενε να τον εξολοθρευσει .
Πολλες φορες του εστειλε πληρωμενους δολοφονους
να τον καθαρισουν,εκεινοι ειτε δηλιαζαν την τελευται-
α στιγμη και τα παρατουσαν ειτε τον προδιδαν.Σε ολες
τις συναντησεις τους εκεινος συμπεριφερονταν σαν τι-
ποτα να μην ειχε καταλαβει,σαν να μην ειχε συμβει τι-
ποτα κι αυτο ηταν ,που φοβονταν περισσοτερο.Επρε-
πε να βρει κατι αλλο πιο αποτελεσματικο να νικησει
το ατρωτο του.Να τον παγιδευσει σε ενα φαυλο κυκλο,
κατι οπως στα μαθηματικα,οπου σε καποια θεωρηματα
τα δεδομενα και τα αιτηματα επανερχονται στο τελος
της αποδειξης,κλεινοντας την σ'ενα φαυλο κυκλο.
Ειτε ακομη να τον παρασυρει και να χαθει σ'εναν τερα-
στιο λαβυρινθο,απροσανατολισμενος στις ιδιες ευθειες
γραμμες,ειτε σε παραλληλες ευθειες ειτε σε συνεχως
τεμνομενες γραμμες σε συνεχως διαφορετικες γωνιες
με συνεχως μεταβαλομενες καμπυλοτητες.Αυτο μπο-
ρει να πραγματοποιηθει στον πραγματικο,υλικο,χωρο
ενος οικοδομηματος με απειρους διαδρομους,σκαλες,
παραθυρα,δωματια,και οροφους.Ακομη,μπορει να
γινει και στον καθαρα διανοητικο χωρο των συλλογι-
σμων ,των παραδοξων.
Τον τελευταιο καιρο ζουσε με μια γυναικα,δεν ηταν
ερωτευμενος μαζυ της.Εκεινη ηταν ομορφη,ομως
εκεινη την φυσικη ομορφια την παραποιουσε,την
φορτωνε με την υπερβολικη σκηνοθεσια του μακι-
γιαζ, με τα προκλητικα ρουχα.Εκεινο δεν τον πειραζε,
μαλιστα το εκμεταλευτηκε.Μιας τετοιας γυναικας η
δυναμη ειναι τεραστια,απολυτη κυριαρχια στο αρσενι-
κο.Την εξωθουσε στην πορνεια πολυτελειας,με πε-
λατες της υψηλης κοινωνιας,ετσι μ'αυτο το γοητευ-
τικο διχτυ τους αιχμαλωτιζε,εξαγοραζε την συνενοχη
τους η' την σιωπη τους στις δουλειες του.
Υπηρξαν και φορες που τα χαλουσε μαζυ της ,την
εδιωχνε,της ελεγε πως τα βαμενα κοκκινα νυχια της
τον αηδιαζουν,η ανορεξια της για να μεινει αδυνατη
τον ενοχλουσε,της ελεγε πως τους ανθρωπους τους
τραβουν τα αληθινα σωματα,κι οχι τα σωματα,που
κρεμουν στα εξωφυλλα των περιοδικων μοδας,πως
μοιαζει με εκεινες τις επαγγελματιες πορνο σταρ,που
πρωταγωνιστουν στις πορνο ταινιες ,που παραγει
ο ιδιος στις επιχειρησεις του,πως λειτουργει σαν
μια τετοια σεξι βιντεοταινια,συναρμολογημενη με
εικονες και μικροφωνα ,στο στομα στη κοιλια στα
ποδια στο αιδοιο ,παντου.
Εκεινη μετα απο μερικες μερες επεστρεφε,επεφτε
στα ποδια του και τον παρακαλουσε ,με ψευτικα
και αληθινα δακρυα ,να την κρατησει.Κι ηταν εκει-
νη η γυναικα,που περισσοτερο φοβονταν,απο τα
ατομα,που τον περιτριγυριζαν,μηπως του την φερει,
ενσωματωμενη σε καποιο σχεδιο του αντιπαλου του.
Εβαλε εμπιστους ανθρωπους να την παρακολουθη-
σουν , δεν ειδαν κατι το υποπτο.Εκεινη καθημερινα
ακολουθουσε το ιδιο δρομολογιο:στις εντεκα ακρι-
βως το πρωι εβγαινε απο το σπιτι,στη γωνια την πε-
ριμενε το αυτοκινητο με τον σωφερ ενος απο τους
υψηλους πελατες,στις εξι η ωρα το απογευμα επεσ-
τρεφε σπιτι με ταξι.Αυτη η τελετουργικη ακαμψια
στην καθημερινοτητα της γυναικας,η ωρολογιακη
ακριβεια στις κινησεις,του φανηκε υποπτη.Σαν τον
ηθοποιο,που παιζει τον ρολο του σε καποιο εργο,
στο εργο του αλλου για την εκδικηση του.
Μια μερα,το μεσημερι,τον πηρε στο τηλεφωνο κα-
ποιος αγνωστος ανδρας,του ειπε πως ηταν επειγον να
συναντηθουν για καποια υποθεση του.Του απαντησε
πως δεν του αρεσει να μιλαει με αγνωστους,δεν ειχε
χρονο να σπαταλησει,ο αλλος επεμενε να συναντηθουν.
Η σοβαροτητα στη φωνη του και η επιμονη του τον
εκανε να δεχτει την προσκληση για την συναντηση,το
ιδιο εκεινο βραδυ.Εδωσε εντολη κανενας να μην τον
ενοχλησει εκεινη την ωρα της επισκεψης.Με αυτο η-
θελε να αποσυνδεσει την συναντηση με οποιαδη-
ποτε συναρθρωση συμβαντων,να την απενεργοποι-
ησει ,προκαλωντας κενα ασυνεχειας σε μια συνεχη
ροη.
Ο αλλος ηρθε,καθισε στον καναπε απεναντι του,χωρις
χρονοτριβη και περιττες εισαγωγες του προσφερε,αντι
καποιας υψηλης αμοιβης,ενα ακρως,οπως ειπε,αποτελε-
σματικο σχεδιο για την πληρη εξοντωση του αντιπαλλου
του.Αντεδρασε,του ειπε πως ηταν θρασυς να το νομιζει
για καποιον ανοητο και αφελη.Ο αλλος επεμενε,τον αφη-
σε να αναπτυξει λεπτομερειακα το σχεδιο του.Στο τελος
τον επεισε και δεχτηκε.Απο εκεινη την στιγμη θα ξεκι-
νουσε η εφαρμογη του.Του υπογραψε μια επιταγη με το
ποσο,που ζητουσε και του την εδωσε,εκεινος σηκωθηκε
απο τον καναπε,στην πορτα αποχαιρετοντας τον του ειπε
πως ηταν επαγγελματιας συγγραφεας.Αυτο ομως εκεινον
πολυ λιγο τον ενδιεφερε τωρα.
Ο αντιπαλος τον προσκαλε σε συναντηση,δεχτηκε,και μα-
λιστα να συναντιουνται ταχτικα.Βασικο στοιχειο του
σχεδιου ηταν η αβεβαιοτητα,να υπαρχει και να μην υπαρ-
χει.Το παγερο βλεμμα του αλλου το αντιμετωπιζε με κυνι-
κοτητα.Τα αναμενωμενα αποτελεσματα ηταν ελαχιστα,
σχεδον ανυπαρκτα.Εκεινο τον απογοητευε,να αμφιβαλλει
για την αποτελεσματικοτητα του σχεδιου,αυτο,ταυτοχρο-
να,τον εκανε να θελει να ενεργησει αμεσα με μεγαλυτερη
σκληροτητα απο πριν.Να τραβηξει το περιστροφο και να
το αδειασει πανω του.Η' να τον δητηριασει.Επρεπε να πα-
ρει τα μετρα του,προσεχτικα,οπως ακροβατης στο τεντω-
μενο σχοινι,να μην κανει το λαθος.
Την γυναικα.πληρωσε εναν δικο του και την εβγαλε απο
τη μεση.Σκηνοθετησε ενα ερωτικο εγκλημα ζηλοτυπιας.
Εκεινος προσποιηθηκε πως ηταν υψηλος πελατης και
πηγαν σε ενα πολυτελες ξενοδοχειο.Εκει βρεθηκε η γυ-
ναικα δολοφονημενη.
Εκεινος αλλαζε συχνα κουστουμια,ενω αυτος παντα
φορουσε το ιδιο κουστουμι.Σε μια συναντηση τους του
ειπε ξαφνικα πως η μασκα ειναι το ιδιο,ο αλλος εγκατα-
λειποντας την ακινησια στο προσωπο του ξεσπασε σε
γελιο για αρκετη ωρα,ειδε στο ανοιχτο στομα του τα
χρυσα του δοντια να αστραφτουν σαν χρυσες σφαιρες.
Επειτα,μετα απο αυτο το ξεσπασμα,σοβαρευτηκε και
ανεβαλε το επομενο ραντεβου τους σε αοριστο χρονο.
Ο συγγραφεας του ειχε πει να προσεξει την δυνατοτητα
της θελησης του δραστη,στην αφηγηση,να δρασει αυτο-
νομα και να επισπευσει το τελος της ιστοριας η' να αλλαξει
βασικα και κρισιμα τμηματα στην πλοκη της αφηγησης.Αυ-
τος αισθανθηκε ενα δυνατο,οξυτατο,πονο στο στομαχι,πε-
ταχτηκε πανω ,ετρεξε στην τουαλεττα.Στον νεροχυτη ξε-
ρασε ενα πρασινωπο υγρο.Ανοιξε τη βρυση,εριξε νερο στο
προσωπο του να καθαρισθει και σκουπισθηκε.Τοτε μεσα
στον καθρεφτη ειδε το ειδωλο του.Η εικονα ενος αρρωστου
ανθρωπου.Οταν γυρισε ειπε στον αλλον πως δεν ηταν τιπο-
τα ανησυχητικο,μια μικρη αδιαθεσια.
Εμεινε στο σαλονι ως αργα τα μεσανυχτα καπνιζοντας,σκε-
φτονταν πως επρεπε να επισπευσει την σειρα των γεγονο-
των ,ειχε ενα φοβο,σιγα-σιγα ηρεμησε.Το ρολοι στον τοι-
χο εδειχνε μια και εικοσιτρια λεπτα ,μετα τα μεσανυχτα .
Κοιταξε το χωρο γυρω του.Αναψε αλλο ενα τσιγαρο.Ο συγ-
γραφεας του ειχε τονισει να ειναι ηρεμος,συγκεντρωμενος.
Καπνισε ακομα ενα τσιγαρο,εριξε σ'ενα ποτηρι ουισκι και
το ηπιεΞεντυθηκε και εβαλε οπως παντα το ιδιο καινουργιο
κουστουμι.Κοιταχτηκε στον καθρεφτη,του αρεσε η εικονα,
που ειδε,τον ικανοποιησε το κενο υφος του ειδωλου.Αναψε
ολα τα φωτα στο δωματιο,χαθηκε η εικονα του στον εκτυ-
φλωτικο φωτισμο.Το φως οπως και το σκοταδι ειναι μασκες
αποκρυψης και ενεδρας,σκεφτηκε.
Οδηγουσε ηρεμα,η κοιμισμενη πολιτεια σε λιγο θα ξυπνου-
σε,η λεωφορος εκεινη την ωρα της νυχτας αδεια.
Οταν εφτασε στο προκαθορισμενο μερος παρκαρε το αυτο-
κινητο,και περιμενε.Μπροστα του εκτεινονταν η επιφανεια
της πλατειας,σκεπασμενη με τετραγωνες πλακες,σε ασπρο
και μαυρο χρωμα,στις τεσσερις πλευρες της οι ογκοι των
κτιριων της,στο εσωτερικο της υψωνονταν ενα μοντερνο
γλυπτο,μια κατασκευη απο κινητα και ακινητα μερη.Σ'εκει-
νο το τεραστιο σκακι της πλατειας τα πιονια ισως δεν ειχαν
τοποθετεθει στις θεσεις τους η' ισως ειχαν απομακρυνθει
μετα το τελος του παιχνιδιου η' επαιζαν τις τελευταιες κι-
νησεις τους τα εναπομειναντα πιονια.Ολα θα γινονταν ο-
πως τα ειχε προσχεδιασει,ο αλλος ηταν αυστηρα τυπικος
με το προγραμμα του.Ξημερωνε.Εργατες διεσχιζαν την
πλατεια,με τα ποδια η' με ποδηλατα,πηγαινοντας η' γυρ-
νοντας απο τη δουλεια.Τους εβλεπε αμετοχος,μεσα σ'αυ-
το το σκηνικο ,κλεισμενος μεσα στο αυτοκινητο του.
Εφτασε ακριβως στην ωρα του.Ανοιξε την πορτα του αυ-
τοκινητου ,κατεβηκε και χωρις να την κλεισει πισω του
προχωρησε πανω στο ασπρο-μαυρο της πλατειας,προς
το μερος του.Τραβηξε το περιστροφο,τον σημαδεψε στα-
θερα και τον πυροβολησε.Ο αλλος σωριαστηκε,αψυχος,
ισως να μην προλαβε να καταλαβει την αλλαγη της στα-
σης του,η εσωτερικη πραγματικοτητα μεσα στην οποια
ζουσε,υπηρχε,μεταβληθηκε ξαφνικα σε μια εξωτερικη
πραγματικοτητα γι'αυτον.
Γρηγορα με μεγαλη ταχυτητα διεσχισε την λεωοφορο,η
κυκλοφορια των αυτοκινητων μεγαλωνε.Στον λαβυρινθο,
που μολις πριν λιγο απεδρασε η εισοδος του ταυτιζονταν
με την εξοδο του.η παραδοξοτητα του ηταν πως ενω στην
αρχη του εμφανισθηκε στο τελος του εξαφανισθηκε.
Οι εφημεριδες εκεινης της μερας εγραψαν στα πρωτο-
σελιδα τους για την ταυτοχρονη,περιεργη,εξοντωση
δυο μελων,απο τα πιο σκληρα,του υποκσσμου.
''Ο πρωτος ανδρας βρεθηκε αναισθητος στο διαμε-
ρισμα του σωριασμενος στο πατωμα με ενα παγερο
βλεμμα στο προσωπο του,διακομισθηκε στο νοσοκο-
μειο κι εκει διαπιστωθηκε ο ξαφνικος θανατος του,
πιθανη αιτια θανατου δηλητηριαση απο αγνωστη
και ανεξιχνιαστη μεχρι στιγμης ουσια,το θυμα δεν ε-
φερε σωματικες κακωσεις.
Ο δευτερος ανδρας δολοφονηθηκε αγρια σημερα τα
ξημερωματα απο αγνωστο μεχρι στιγμης ατομο,μπρο-
στα στην εισοδο του κτιριου των επιχειρησεων του.
Ο αγνωστος δραστης τον πυροβολησε με περιστροφο
στο στηθος.Παρα τις ερευνες μεχρι τωρα δεν βρεθη-
καν ενοχοποιητικα στοιχεια για καποιον,ουτε υπαρχουν
αυτοπτες μαρτυρες της δολοφονιας .Κατα πρωτη εκτι-
μηση της αστυνομιας μαλλον προκειται για ξεκαθαρι=
σμα λογαριασμων ανθρωπων του υποκοσμου.''
.
.
.
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ
.
.
Στον Μπορχες ειχε διαβασει πως βλεπουμε αντι-
στροφα.Τοτε το ειδωλο στον καθρεφτη ειναι το
υποκειμενο,που βλεπει,υπαρχει,κι αυτο,που ει-
ναι μπροστα στον καθρεφτη ειναι αυτο,που το
βλεπουν,το ειδωλο.Στις ακραιες συνεπειες αυτης
της υποθεσης:ο θανατος ειναι η ζωη και η ζωη ει-
ναι ο θανατος.Το πραγματικο δεντρο δεν ειναι ο
σπορος του,αλλα η λεξη ''δεντρο''.Ο δολοφονημενος
δεν δολοφονηθηκε, δολοφονησε.Δεν πιστευουμε
στον θεο,αλλα ο θεος πιστευει σε μας.Το Ψεμα ειναι
η Αληθεια,και η Αληθεια ειναι το Ψεμα.Η Ερωτηση
ειναι η Απαντηση,και η Απαντηση ειναι η Ερωτηση.
Το παιδι ειναι ο γονεας του και αντιστροφα ο γονεας
ειναι το παιδι του.Το γεμιζω κατι ειναι το αδειαζω
κατι,και αντιστροφα το αδειαζω κατι ειναι το γεμιζω
κατι.Δεν ταξιδευουμαι ,δεν παμε σε εναν τοπο,ο
τοπος ερχεται σε μας.Αυτο το γνωριζε απο τη
Θεωρια της Σχετικοτητας του Αινσταιν.
Η σιωπη ειναι ηχος,οπως στο εργο 4':33'' του Τζον
Κεητζ.Ο μουσικος καθεται στο πιανο και για 4 πρω-
τα λεπτα και 33 δευτερολεπτα δεν παιζει.Αυτο,που
ακουει ο ακροατης ειναι η σιωπη.
Πολλα ειναι τα παραδειγματα αυτης της υποθεσης
Επισης απο τον Πλατωνα εμαθε τη Θεωρια των
Ιδεων.Το πραγμα τραπεζι,η λεξη ''τραπεζι'',το
σχεδιο του τραπεζιου,η ζωγραφικη,η φωτογραφικη
απεικονιση του τραπεζιου,τα διαφορα σχηματα τρα-
πεζιων,τετραγωνα,ορθογωνια,οβαλ,ροτοντα,τρα-
πεζια καφενειου,τραπεζια εστιατοριου,γραφειου,
η περιγραφη του τραπεζιου,στον προφορικο λογο,
στην λογοτεχνια,...Ολα αυτα ειναι ατελεις εικονες,
ειδωλα της Απολυτης Ιδεας του τραπεζιου.
Στην ''Πολιτεια'' του Πλατωνα διαβασε τον μυθο
του σπηλαιου.Οι ανθρωποι καθονται αλυσσοδεμε-
νοι στα καθισματα τους μεσα σε μια σκοτεινη αι-
θουσα ενος σπηλαιου.Απο πισω τους,σ'εναν ψηλωτε-
ρα απ'το επιπεδο του σπηλαιου διαδρομο,περνουν οι
Ουσιες,οι Ιδεες των Οντων και ενα φως απο εκει
τις προβαλλει σαν σκιες μπροστα τους πανω σε μια
λεια επιφανεια,οθονη ,στα βραχια του σπηλαιου.
Αυτον τον μυθο τον εξομοιωσε με την εμπειρια
του κινηματογραφου.Κι εκει μεσα στην σκοτεινη
αιθουσα του κινηματογραφου οι ανθρωποι-θεατες
καθονται ακινητοποιημενοι στα καθισματα τους και
βλεπουν μπροστα τους πανω στην οθονη να προ-
βαλονται οι εικονες,οι σκηνες,της ταινιας,απο
την μηχανη της αιθουσας προβολης ψηλωτερα πισω
τους.
Στην φωτογραφια,σκεφτονταν,πως το ατομο,που ε-
βλεπε να ποζαρει εκει δεν υπαρχει πια εδω.Οπως
ηταν εκει δεν ειναι εδω.Οι παλαιοτεροι ανθρωποι απε-
φευγαν,φοβονταν,να φωτογραφηθουν.Πιστευαν πως
θα εχαναν τη ζωη τους αν αποτυπωνονταν σαν εικονα.
Αυτος ο φοβος,ισως εχει τη ριζα του,στον μυθο του
Περσεα και της Μεδουσας.Η Μεδουσα,γυναικα με φιδια
στο κεφαλι,μαρμαρωνε οποιον την κοιτουσε κατ'ευθειαν.
Ο Περσεας παλεψε μαζι της κοιτωντας την στην γυαλι-
σμενη ασπιδα του σαν καθρεφτη.Την νικησε αντικρυ-
ζοντας το Ειδωλο της.
Κατα καποιο τροπο η Απολυτη Πραγματικοτητα ειναι
Ευνουχιστικη,Αδυνατη,και την αντιμετωπιζουμε,την
ζουμε κατασκευαζοντας Εικονεςτης,Ειδωλα της.
Στα προιστορικα χρονια,το βλεπουμε αυτο απο τις εικο-
νες-βραχογραφιες στα σπηλαια του Λεσκω και της Αλτα-
μιρα,ο ανθρωπος,πριν κυνηγησει,εμπενε μεσα σε μια σπη-
λια.Εκει μεσα βαθεια σε μια σκοτεινη αιθουσα της,ανα-
βε δαδια,και ζωγραφιζε πανω στους τοιχους στις επι-
φανειες των βραχων τα ζωα,που θα κυνηγουσε.Σχεδιαζε
τον βισωνα με χοντρο περιγραμμα,και ανθρωπους-κυνη-
γους να τον τρυπουν με κονταρια.Ο ανθρωπος με αυτη
την ζωγραφικη αφηγηση,την αναπαρασταση του κυνη-
γιου εξορκιζε τον φοβο της εκδικησης των ζωων,που
θα χασουν τη ζωη τους στο κυνηγι.Μ'αυτη την τελετου-
ργικη πραξη-αναπαρασταση το κυνηγι του θα ηταν επιτυ-
χες.Αντιδρουσε ενστικτωδως,για να διατηρησει την Ουσια
του επρεπε να καταναλωσει,να μετεχει,να μετουσιωσει
αλλες Ουσιες,αλλα Οντα.
Εργαζονταν σαν ζωγραφος.Πιστευε πως ο Πραγματικος
κοσμος ισοδυναμει,ισοτροπει με τον Φαντασιακο Χωρο.
Τα καθετα,ορθα,κυπαρισσια σε μια εικονα ειναι τα ισο-
δυναμα Φαλλικα Συμβολα.Τα κυματα της θαλασσας,που
συνεχεια κυλουν, ειναι εικονα,ειδωλο,της αεναης Επιθυ-
μιας.
Του αρεσε να βλεπει στους καθρεφτες.Στο καθρεφτακι
του αυτοκινητο πανω στο παμπριζ,και στους εξωτερικους
καθρεφτες εβλεπε την εικονα της πραγματικοτητας να
απομακρυνεται πισω.Επισης στις βιτρινες των καταστημα-
των πανω στα τζαμια τους εβλεπε σε μια εικονα ταυτοχρο-
να ανθρωπους,αυτοκινητα,κτιρια.
Η συγχρονη αρχιτεκτονικη με τα γυαλινα κτιρια σαν καθρε-
φτες τον γοητευε πολυ.Την ιδια συγκινηση ενιωσε και με τα
χαρακτικα του Escher .Εκεινος,που ανεβαινει μια σκαλα,
ταυτοχρονα κατεβαινει την ιδια σκαλα.Η γυναικα στο
μπαλκονι βρισκεται ταυτοχρονα σε δυο πλευρες του κτι-
ριου.
Η ζωη του αλλαξε,πηρε αλλους δρομους.Εκανε φριχτες
πραξεις.Μεσα στη λαμψη του μαχαιριου ειδε την τελευ-
ται εικονα του δολοφονημενου.Ετσι μοιραια τελειωσε
εκεινη η πορεια της πτωσης.
Καποια πραγματα πολυ δυσκολα μπορει να τα αντιλη-
φθει καποιος.Μετα απο παρα πολυ καιρο αρχισε να
υποψιαζεται πως κατι συνεβαινε.Πολλες απο τις πραξεις
του ηταν ακατανοητες και του φαινονταν αναποφευκτες.
Κολυμπουσε στη θαλασσα κι ενιωθε εντονη την αγω-
νια του ναυαγου.Στην πολη βρισκονταν σε μερη,που δεν
ειχε κανενα λογο να βρεθει.Εκανε πολυ στενες σχεσεις με
ανθρωπους,και μια μερα ξαφνικα δεν τους ξαναβλεπε,
εχανε τα ιχνη τους,εξαφανιζονταν.Οπως στα εργα του
Νταλι και του Μαγκριτ:Το προσωπο σχηματιζεται απο
στοιχεια του τοπιου,και ταυτοχρονα διαλυεται στα στοι-
χεια του τοπιου..Η εικονα στον πινακα του καβαλετου
ειναι πιστη αναπαρασταση-συνεχεια του τοπιου,που
αναπαριστα εξω και πισω του.
Προσπαθησε να ερμηνευσει την κατασταση του.Φαινε-
ται πως βιωνε το πλαστο,το φανταστικο,σαν πραγματικο
και το αντιστροφο,το πραγματικο σαν φανταστικο,πλα-
στο.Ζουσε σε μια παραξενη Πραγματικοτητα:Πραγματι-
κοτητας και Μη-Πραγματικοτητας.
Σκεφτηκε να καταγραφει τα ονειρα του,εστω και αποσπα-
σματικα.Εκεινο δεν ηταν ευκολο.Πολλα ονειρα δεν τα θυ-
μονταν καθολου,η' θυμονταν ελαχιστα,αδυνατο να τα ανα-
συνθεσει.Επειτα φοβονταν μηπως καποια απ'αυτα τα ονει-
ρα δεν τα ειδε πραγματικα και τα φανταστηκε η' τα κατα-
σκευασε.Βεβαια αυτο πολυ λιγη σημασια ειχε στην κατα-
σταση,που βρισκονταν.Στη συγχιση Πραγματικου-Μη
Πραγματικου.
Σε καποιο ονειρο,που κατεγραψε,εβλεπε καποιον,το
προσωπο του δεν το εβλεπε,να τον αναγνωρισει.Εκεινος
ο ανθρωπος βρισκονταν μεσα σ'εναν τεραστιο πολυεδρι-
κο χωρο.Στις επιφανειες των πλευρων του ειχε καθρε-
φτες.Τα ειδωλα του και τα ειδωλα των ειδωλων του
ηταν απειρα μεσα στους καθρεφτες.Ειχε την εντυπωση
πως μεσα στα ειδωλα ηταν και το δικο του ειδωλο, και
αγωνιζονταν να βρει την Ουσια,το Ον,του οποιου ηταν
η Εικονα.Φοβονταν πως αν εκεινο εφευγε,εγκατελειπε
τον χωρο των πολλαπλων κατοπτρων,αυτοματα θα κατε-
ρεε η εικονα του,ο ιδιος,απο την κατασταση της υπαρ-
ξης στην κατασταση της ανυπαρξιας .
Ηταν ειδωλο ειδωλου ,που ηταν ειδωλο ειδωλου,που
ηταν ειδωλο ειδωλου,που ηταν...
Σ'αυτη την ιλιγγιωδη πτωση συγκρατηθηκε απο την
σκεψη του Καρτεσιου.''Σκεφτομαι,αρα Υπαρχω''
Πολυ γρηγορα ομως κατερευσε αυτη η σκεψη του.
Πολυ πιθανον το Αιτιο,η Ουσια,της υπαρξης του να πολ-
πλασιαζει τις σκεψεις του,τις ιδεες του,τις διανοη-
τικες του ικανοτητες σε ολοκληρη την κατιουσα
ακολουθια των ειδων του.Τοτε ειναι δυνατον ανε-
βαινοντας αντιστροφα την σειρα των ειδωλων να
καταληγουμε στο Αρχικο Κινουν,στο Αρχικο Αιτιο.
Ετσι μπορουσε να μαθει πως ηταν δομημενο.
Γνωριζε τις εκφρασεις,τις εμφανισεις του:στη φυση,
στον ανθρωπο,στην κοινωνια,στην πολιτικη,στην επι-
στημη,στην ιδεολογια,στην φιλοσοφια,στην τεχνη,
στην λογοτεχνια,στην καθημερινοτητα,στην αγαπη,
στο μισος,στην φιλοδοξια,στην ευτυχια,στην σκληρο-
τητα,στην αληθεια,στο ψεμα,στην πιστη,στην δυ-
στυχια,στην χαρα,...,στο συμπαν.
Απο αυτο το τεραστιο κατοπτρικο συστημα μπορου-
σε να εξαγει ενα τεραστιο αριθμο συνεπαγωγων,
απο τις πιο απλες μεχρι τις απειρα πολυπλοκες .
Σε μια απλη συνεπαγωγη η ακολουθια των ειδωλων
ειναι μια πλανη,δεν υπαρχει.
Μια πολυπλοκη συνεπαγωγη θα ηταν ,ολα τα
διαφορετικα ''ειναι''-Ειδωλα,και το δικο του
''ειναι''-Ειδωλο,να ειναι το εργο καποιου ιδιοφυ-
ους συγγραφεα.Ενα Κειμενο.
Μεσα σ'αυτη τη Λογοτεχνια υπηρξε ο ηρωας ενος
ατυνομικου διηγηματος.
Η φαντασια αυτου του κοσμου οφειλεται στην
φαντασια εκεινου του Συγγραφεα.Η αχρειοτητα του
στην παρανοικοτητα του,η παραδοξοτηττα του στην
λογικη του συγκροτηση,οι αντιφασεις του στην λο-
γικη του ατελεια,...
Αυτο ομως το Συστημα Παραγωγης Κειμενων,μπορει
να δημιουργησει ενα Εργο,οπου ο ηρωας του να
αυτονομηται,να αυτενεργει,να αυτοοργανωνεται,να
επαναστατει να ξεφυγει απο το εσωτερικο του κειμε-
νου και να βρεθει στο εξωτερικο του. Ενα Κειμενο
του Αναποφασιστου,ο ηρωας ειναι ηρωας εντος του
κειμενου η' δρα σ ανεξαρτητα εκτος,σαν να μην
υπαρχει το Κειμενο.
Οπως στο Θεωρημα του Αναποφασιστου του Godel,
ποτε δεν θα αποδειχθει αν ειναι ψευδης η' αληθης η
υπαρξη του Κειμενου.
Μια απο τις πιο παραλογες συνεπαγωγες,δεν ηξερε
αν ηταν η πιο παραλογη,ηταν η σκεψη του να ηταν η
σκεψη ενος αλλου,στο εσωτερικου του ιδιου συστη-
ματος μ'αυτον.Αυτο,που φανταστηκε σαν το Συνολο
να ηταν το Μερος.Μπορει,οπως υπαρχουν δισεκατο-
μυρια ηλιακα συστηματα στον γαλαξια μας και δισε-
κατομυρια γαλαξιες στο συμπαν,ετσι μπορει να
υπαρχουν απειρα εγκιβωτισμενα συστηματα κατα-
πτρων,το ενα μεσα στο αλλο,.Ολα αυτα να αποτελουν
ενα τεραστιο Υπερ-Συνολο,Και αυτο το Υπερ-Συνολο
να αντανακλαται απειρα,και αυτο...Στο τελος αυτης
της λαβυρινθωδους συνεπαγωγης ισως,σκεφτηκε,να
βρισκεται το Παραδοξο του Rusell:
''Να κατασκευασθει το Συνολο Ολων των Συνολων''
Οταν καποιον αλλον συνελαβαν για το εγκλημα του
δεν παραξενευτηκε.Πιο παραξενο του φανηκε,που το
εμαθε,να μαθεις για κατι,που ειναι αδυνατο να μαθεις.
Ομως,σκεφτηκε,πως κι εκεινο μπορουσε να συμβει.
Μονο τοτε ανησυχησε σοβαρα οταν εμαθε πως τον αλ-
λο τον καταδικασαν σε θανατο και πως θα τον εκτε-
λουσαν τα ξημερωματα
.
.
.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ
.
.
Οταν ηταν μικρος τον θεωρουσαν παιδι θαυμα.Η
ικανοτητα της μνημης του ηταν εκληκτικη,με απει-
ρη χωρητικοτητα.Θυμονταν οτι εβλεπε και γνωρι-
ζε για καθετι και την παραμικροτερη λεπτομερεια.
Για ενα λουλουδι εκτος απο το ονομα του γνωριζε
τις αποχρωσεις των φυλλων του ανθους ,το ειδος
του,την συνομοταξια στην οποια ανηκει,το μα-
θηματικο γεωμετρικο σχημα του υπερου,τις δια-
σταυρωσεις του,τις εμφανισεις του σαν συμβολο
και σαν εικονα στη λογοτεχνια.
Οι επιδοσεις του στα Μαθηματικα,στην Μουσικη,
στην Επιστημη γενικα,ηταν τεραστιες.Οταν τα αλ-
λα μικρα παιδια της ηλικιας του αδυνατουσαν και
να προσθεσουν 1+2 αυτος ασχολουνταν με την Δια-
φορικη Γεωμετρια.Επαιζε με μεγαλη δεξιοτεχνια
εργα του Σοπεν στο πιανο.Στην Φιλοσοφια επι-
δεικνυε μια τρομακτικη εμβαθυνση στα θεματα
της,με εφυεστατη πρωτοτυπια προτασεων και με-
θολογικη αντιμετωπιση.Ελεγε πως η ανθρωποκεν-
τρικοτητα του θεου παραγεται απο την ιδεα της
''ανθρωποκεντρικοτητας'' του ανθρωπου.Το ''παρα-
γεται'' με την εννοια της παραγωγου στον Μαθημα-
τικο Ολοκληρωτικο Λογισμο.
Μερικα αποσπασματα της σκεψης του:
''Η πιστη,γενικα, ειναι ενα καθαρα βιολογικο φαι-
νομενο,το οποιο υποκειται στους δαρβινικους νο-
μους της επιλογης και της εξελιξης στον φυσικο
κοσμο.''
''Τα ερωτηματα ,που θετει η Φιλοσοφια πρεπει να
ειναι οσο το δυνατον ελαχιστικοποιημενα στη δια-
τυπωση τους,η γλωσσικη τους μορφη να προσεγγι-
ζει το οριο μηδενικου βαθμου γλωσσικης εκφρασης.
Αυτο δεν σημαινει ερωτηματα-χωρις-οντοτητα.Αν-
τιστρεφοντας την συνειθισμενη πορεια :πρωτα να
βρισκουμε ερωτηματα και ακολουθως τα αντιστοι-
χες σ'αυτα τα ερωτηματα απαντηματα,θα μπορουσα-
με αν κινουμασταν αντιστροφα,πρωτα να εντοπιζου-
με απαντησεις,και μετα τα ερωτηματα στα οποια α-
παντουν.Ενα παραδειγμα:αν παρουμε την εκφραση-
απαντηση :'' ο ουρανος ειναι γαλαζιος'' τοτε ακο-
λουθωντας,αυστηρα και συνεκτικα,την λογικη συ-
νεπαγωγη καταληγουμε στο κρισιμο ερωτημα:''Τι
ειναι το φως;''.Αυτο το παραδειγμα απο την Φυσικη
Επιστημη.
Απο την Φιλοσοφια ενα παραδειγμα:απο αυτη την
περιγραφη-απαντηση:''Κοιταξε τα χερια της,τα δαχτυλα
της λευκα,ανασηκωνονταν ελαφρα,αγγιζαν τα πληκτρα
του πιανου,παιζοντας τη μουσικη'' θα βρουμε στο βα-
θος των αναζητησεων το αντιστοιχο-ερωτημα:''το συ-
ναισθημα εκφραζεται με οπτικα δεδομενα;'',αλλα και
το ερωτημα;''πως η γλωσσα επιβαλλει την τεχνη της;''
Φυσικα,καταλαβαινεται πως επιλεξαμε τα απλουστε-
ρα παραδειγματα.Στην ακραια περιπτωση, θα ειχαμε
για παραδειγμα,μια Θεωρια-Απαντημα με το Αντιστοι-
χο-Ερωτημα.Κι ετσι ως το απειρο.Ο ανθρωπος ειναι
ευτυχης,που εφευρε την Φιλοσοφια,και ευτυχεστερος,
ισως,που ποτε δεν θα εφευρει,δεν θα βρει,ολα τα Ερω-
τηματα και ολα τα Απαντηματα της'' .
Τα κειμενα,που αφησε πισω του ειναι αμετρητα.Αν
δεν συνεβαιναν τα καταστρεπτικα γεγονοτα θα κατα-
φερνε να φτασει στον στοχο του.
Θα καταγραψω,εδω,μερικα μικρα αποσπασματα απο
εργα του,σε διαφορους χωρους της γνωσης και της
τεχνης .
Αποσπασμα απο την Ποιηση:
''η θαλασσα κηλιδα βαρκας
οι γλαροι ραφτες συννεφων
βελη του ηλιου στον καθρεφτη της,
ακοντιζουν το ναυαγιο του''
Απο την Διηγηση:
''Το γραφειο καταλαμβανε ολοκληρο τον τριτο οροφο.
Οι υπαλληλοι πισω απο τα γραφεια με τους πελατες
μπροστα διακανονιζαν τις εμπορικες υποθεσεις.Πε-
ρα απο τα παραθυρα η μεγαλη πολη κολλημενη πα-
νω τους σαν διαφημιστικη τουριστικη αφισα.Τελειω-
σε τη δουλεια ,κατεβηκε εξω στον δρομο.Το κτιριο
των γραφειων μεταμοντερνο,ψυχρο ,αδιαφορο.Προ-
χωρησε και χαθηκε στη βουερη σωματικοτητα της
πολης.''
Απο τη Θεωρια:
''Το Εγω-που-Ειναι-Εδω ναρσικευεται με την υποθε-
τικη υπαρξη του Εγω-που-Ειναι-Εκει ..''
Στα αλλα παιδια προκαλουσε δεος,οχι φοβο.Ηταν
ομορφο παιδι.Οι γονεις του ηταν ανθρωποι συνει-
θισμενοι,ο πατερας του υπαλληλος του δημοσιου
και η μητερα του στο σπιτι,οικιακα.Τον προσκαλου-
σαν διαφορα Πανεπιστημια του εσωτερικου και
του εξωτερικου να δωσει διαλεξεις.Παντου προκα-
λουσε μεγαλη εντυπωση.Σε μια απο τις διαλεξεις του
αναφερθηκε στο ''Βελος του Χρονου'':αν μια καφετιε-
ρα πεσει απο το τραπεζι και σπασει,τα κοματια της
ποτε δεν θα ξανακολησουν και η καφετιερα ποτε δεν
θα επιστρεψει στο τραπεζι.Το διανυσμα του Χρονου
δεν αντιστρεφει την πορεια του.Μια Υποθεση,που
την θεωρουμε Αληθινη.Ειναι ομως δυνατον ο Χρονος
να εχει αρνητικη η' θετικη κατευθυνση; η' να ακινητο-
ποιειται;.Το ιδιο Συμβαν να ειναι Παρον η'Παρελθον
η' Μελλον για καποιον παρατηρητη σε καποια συμπυ-
κνωση του χωρου-χρονου,πραγματικοτητα;Το μονοση-
μαντο του Χρονου ειναι μια συμβαση.Η πραγματικο-
τητα ειναι πολυδιαστατη και διαφερει απο την μονο-
διαστατη πραγματικοτητα,στην οποια οι καφετιερες
υπαρχουν σπαζουν κομματιαζονται χωρις τα κομματια
τους να αυτοσυγκολουνται.Η Εντροπια,απο την Ταξη
στην Αταξια,ειναι ο Νομος της Πραγματικοτητας;
Η' ο ανθρωπος ειναι ο ελκυστης της Εντροπιας;
Εγω ,που κανω αυτη την αναφορα για εκεινον τον
ανθρωπο,για εκεινο το παιδι, δεν εχω τις καταλληλες
γνωσεις και να μου συγχωρεσει ο αναγνωστης τα κενα
και τον ερασιτεχνισμο.Ειμαι δημοσιογραφος και εκει-
νη την εποχη ,που ασχοληθηκα μ'εκεινα τα γεγονοτα
ημουν τριαντα χρονων.Πηρα πολλες συνεντευξεις
απο το παιδι.Η εφυια του ηταν εκπληκτικη.
Στην ερωτηση μου:
''Πως Καταστρεφεται μια Θεωρια;'' μου απαντησε
με ενα αινιγματικο χαμογελο:''Μα η ιδια η Θεωρια
Ειναι μια Καταστροφη'',''Πως τοτε Καταστρεφεται μια
Καταστροφη;'',ρωτησα,''Αυτονοητα,με την Μη-Κατα-
στροφη της''απαντησε ηρεμα.Συνεχισα τις ερωτησεις:
''Το Εγω,που Καταλαβαινει,ειναι το ιδιο Εγω με το
Εγω,που Γνωριζει;''
''Απανταω σ'Αυτο,που Γνωριζω οχι σαν Εγω,που Κατα-
λαβαινει'' μου απαντησε
ρωτησα:''Ποια Διαφορα υπαρχει για σας αναμεσα στο
Πραγματικο και το Φανταστικο;''
''Η Διαφορα υπαρχει στην σκεψη μου,επειδη ειναι απο-
κλεισμενη η οσμωση του Πραγματικου στο Φανταστικο
και το αντιστροφο.Η Διαφορα εχει καθαρα Γεωμετρικα
Μορφη,Χωροχρονοταξια''
''Εσεις ερμηνευεται την οποιαδηποτε Πραγματικοτητα
υπαρχει η' μηπως δημιουργειται,κατασκευαζεται, μια
ιδιαιτερη Πραγματικοτητα,που μετα αναλυεται;''
''Ειναι Αδυνατο να Ερμηνευσεις Κατι,που Υπαρχει Εξω
απο Σενα.Και ισως με μεγαλυτερη απειροτητα-αδυνατο
να δημιουργησεις το Μη-Υπαρχον,που να αναλυεται''
''Η θεωρια σας ,η αποψη σας γενικα,ειναι αιοιοδοξη;''
ρωτησα.Με κοιταξε στα ματια,και επαιξε με την α-
παντηση του σαν παιδικο παιχνιδι.
''Εγω,ομως δεν ειμαι αισιο-δοξος,ειμαι αξιο-λογος
του παρα-δοξου''
Πολλα μπορει να γραψει και να πει κανεις για την
περιπτωση εκεινου του παιδιου με την τεραστια,
απειρη,μνημη και την εκπληκτικη εφυια,ομως εμε-
να η αδυνατισμενη μνημη μου δεν με βοηθαει πια
να οργανωσω τα γεγονοτα και να τα παρουσιασω
σε μια επιστημονικη εργασια.Θα πρεπει ακομα να
προσεξω να μην κατηγορηθω πως η ιστορια δεν
υπηρξε,πως εγω την κατασκευασα,ενα παραμυθι.
Πραγμα,που δεν θελω.
Λοιπον τα χρονια περνουσαν και το παιδι διατηρου-
σε.εκεινο το δωρο,της απειρης μνημης και της τερα-
στιας γνωσης.
Αντιγραφω απο τις σημειωσεις,που κρατησα στην τε-
λευταια συνεντευξη μαζι του:
''Εγω,που μιλαω Εδω θα Ειμαι Εκει,που ο Αλλος
Δεν μιλαει Πουθενα'' μου ειπε,με ενα υφος,που
μου φανηκε αινιγματικο.
[Τα αρχικα κεφαλαια στον λογο του τα προσθεσα
εγω ,προσπαθωντας να τον ερμηνευσω με την
Ψυχαναλυτικη Θεωρια του Λακαν,που εκεινο τον
καιρο αποκλειστικα μελετουσα γι'αυτη την περιπτω-
ση.]
Ολα συνεβησαν ξαφνικα,σαν καταστροφη μιας
καταστασης .Στην λογικη συγκροτηση της ομιλιας
του εντοπισθηκαν κενα.Καποιοι ειπαν,για να το εξη-
γησουν,πως προκειται για την οικοδομηση μιας αλλης
Λογικης Θεωριας; και την πληρη αποδομηση της πα-
ληας Λογικης,που ειχε καταληξει σε κοινολογιες,σε
παραδοξα και σε αδυνατες μη συνεκτικες λογικες
συνεπαγωγες.
Μερα με τη μερα η κατασταση του χειροτερευε,τα
συμπτωματα της αλλαγης πληθαιναν..Ο λογος του
αλλαζε συνεχως κατευθυνσεις,στροβιλιζονταν ,
ακολουθωντας ελικοειδη τροχια ειτε σε μια απειρο-
τητα,ειτε σε ενα μηδενικο σημειο ανυπαρξιας.Ηταν
αδυνατο να τον παρακολουθησω,γι'αυτο δεν υπαρχει
καποιο αποσπασμα-παραδειγμα..Κυριαρχια της Αβε-
βαιοτητας.Το λεξικο του,η γραμματικη και η συνταξη
του λογου του ηταν παραδοξη,χαωδης,χαμενη σ'ενα
γλωσσικο λαβυρινθο.Ηταν αδυνατο να τον παρακο-
λουθησεις.Διαφορες προτασεις και λεξεις επαναλαμ-
βανονταν ειτε περιοδικα,ειτε τυχαια,ακανονιστα.Ειχα
την εντυπωση της πληρους Καταστροφης.Συχνα τα
λογια του ηταν τα λογια ενος μικρου παιδιου,ενος
μωρου παιδιου.
Τοτε βρηκαν την ευκαιρια καποιοι να τον γελιοποιη-
σουν.Τον διακωμωδουσαν σε Γελιογραφιες,σε Θεα-
τρικες Επιθεωρησεις,σε Κομιξ.
Δεν συνεβηκε μονο τρομακτικη καταπτωση της νοη-
σης του,αλλα πολυ γρηγορα εγινε μεγαλη μεταβολη
και στην εξωτερικη του εμφανιση.Εξαφανισθηκε η
μορφη του παιδιου κι εμοιαζε με γεροντα πολυ μεγα-
λης ηλικιας.Τα ποδια του αδυνατα δεν τον κρατουσαν
να περπατησει και κλειστηκε σπιτι,τον συντηρουσαν
και τον προσεχαν οι γονεις του.
Τα γεγονοτα της ζωης,ιδιωτικης και επαγγελματικης,
με απομακρυναν απο εκεινη την ιστορια.Μεχρι,που
την ξεχασα εντελως.Δεν θα την ξαναθυμομουν και
δεν θα σκαλιζα να βρω τις σημειωσεις μου ,για να
γραψω αυτη την αναφορα,αν δεν επεφτα τυχαια πα-
νω σε μια ειδηση της εφημεριδας,που εργαζομουν,
που σε μια εσωτερικη της σελιδα σ'ενα μικρο κειμενο
εγραφε πως το ''παιδι-θαυμα'' απεβιωσε σε ηλικια
τριαντα πεντε χρονων,ενω η βιολογικη κατασταση
του σωματος του ηταν πανω απο εκατο χρονων.
Δεν ξερω πως,αλλα μου κολλησε μια ιδεα και ηθε-
λα να την επαληθευσω.Απευθυνθηκα σε καποια ει-
δικη κρατικη υπηρεσια και ζητησα να κανουν μια
ειδικη μετρηση.Για να πεισθουν για την πραγματοποι-
ηση της τους εθεσα υπ'οψην την ερευνα,που εκανα.
Τα αποτελεσματα της μετρησης υπολογιζαν την ηλι-
κια εκεινου του ανθρωπου .Οταν πεθανε ηταν τριων
χρονων.
Ο πραγματικος σκοπος της ερευνας μου,αν και στε-
ρουμαι επιστημονικων γνωσεων,ηταν σχετικα με ε-
κεινη την Υποθεση του ''Βελους του Χρονου'',και την
επαληθευση της.
.
.
.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
.
.
Το καραβι ειχε δεσει σ'ενα λιμανι καπου στην Αφρικη νοτια
για δεκα μερες.Θα ξεφορτωναμε δημητριακα και θα φορτω-
ναμε ξυλεια.Οι ναυτες τις νυχτες ετρεχαν στα μπαρ με τις
γυναικες.Η βιομηχανια ερωτικο-εμπορευμα ηταν καλα ορ-
γανωμενη,το χρημα ο συνδετικος κρικος πελατη και πω-
λητη.Οι γυναικες σε πολλες κατηγοριες διαβαθμινσεων.
Ηλικιας,σωματος,χρωματος,τιμων αγορας,γουστων.
Μια νυχτα,περασμενα μεσανυχτα σ'ενα απο εκεινα τα μπαρ
ενας ναυτης φιλος μου μαχαιρωσε μια μαυρη γυναικα μεσα
στο δωματιο της..Η ατυχη γυναικα πεθανε.Ηρθε η αστυνο-
μια,πεσαμε πανω της να μπερδεψουμε τα γεγονοτα,να την
γλυτωσει ο ναυτης και κατηγορησαμε για ενοχο της δολοφονι-
ας εναν μαυρο σωματεμπορο.Σκοτωσε τη γυναικα επειδη
του εκρυβε χρηματα,πηγαινε κρυφα με πελατες για παρτι
της και δεν υπακουσε.Η αστυνομια πεισθηκε,τον μαυρο
τον ειχε στο ματι,ευκαιρια εψαχνε και τον συνελαβε.
Την αλλη μερα σηκωσαμε αγκυρα και φυγαμε.
Ο καπετανιος ενας θρησκος ;ανθρωπος μας μαζεψε στην
τραπεζαρια και μας ειπε πως ηταν θυμωμενος και δεν συμ-
φωνει μ'αυτα,που κανουμε.Ηταν αμαρτια βαρια να γινονται
τετοια πραγματα,φονος ανθρωπου και ενεχοποιηση αθωου αν-
θρωπου.Ειπε πολλα στο κηρυγμα του,πολλοι κλαιγαμε και
πιο πολυ ο φιλος μου ο ναυτης,ξεσπασε σε λυγμους.
Απο εκεινη την μερα αλλαξε.Φοβονταν πολυ και κλειδω-
νε την πορτα στο καμαρινι του.Επινε πολυ,μεθουσε.Στα
πορτα,που φταναμε και αραζαμε για μερες εμενε στο καρα-
βι,κλεισμενος μεσα,και δεν κατεβαινε στο λιμανι να διασκε-
δασει,οπως εκανε πρωτα.Σ'εμενα δεν ανοιγονταν πια,τωρα
ελεγε λιγες κουβεντες.Τον ρωτουσα τι εχει,απεφευγε να απαν-
τησει.''Δεν ξερω'' ελεγε μονο.
Καποια φορα δυο μερες μετα απο μια τρομερη τρικυμια στη
μεση του ωκεανου,που κινδυνεψαμε να πνιγουμε αρρωστη-
σε βαρια .Το κορμι του ψηνονταν στον πυρετο ολη την νυ-
χτα.Ξενυχτησα διπλα του.Ετρεμε και παραμιλουσε,μολις που
ακουγονταν,ψιθυριστα,ακατανοητα λογια.Φαινεται πως
μεσα στο παραληρημα του κατι τον τρομαξε τιναχτηκε στο
κρεβατι,πεταξε τα σκεπασματα και ουρλιαξε σαν να τον
μαχαιρωναν.Μετα απο εκεινη την κριση ηρεμησε ,ξαπλωσε
στο κρεβατι και κοιμηθηκε.Ο υπνος του ηταν ηρεμος,ησυχος
σαν τον υπνο του θανατου.
Οταν μετα απο ωρες ξυπνησε,δεν ειχε πυρετο,το μετωπο του
ηταν δροσερο.Μου ζητησε νερο,του εδωσα να πιει.Αδειασε
το ποτηρι,μου το εδωσε και μου ειπε:''Το τελειωσα''.Δεν τον
ρωτησα τι εννοουσε,στην κατασταση του δεν ηθελα να τον
κουρασω.
Σιγα -σιγα η υγεια του καλυτερευσε και ανεκτησε τις δυνα-
μεις του.Ομως η συμπεριφορα του συνεχισε να ειναι παραξε-
νη ,τωρα εκανε τα αντιθετα απο πριν.Σε καθε λιμανι κατεβαι-
νε, και γυριζε στα μπαρ μεθυσμενος,εμπλεκε σε καυγαδες προ-
καλωντας τους αλλους πελατες..Χωρις λογο τους εβριζε,κανε-
νας δεν τολμουσε να αντιδρασει,τοσο αγριος ηταν,στο τελος
τα'σπαζε ολα γυρω του.
Εγω με αυτα,που εκανε τον απεφευγα,δεν τον εκανα παρεα
φοβομουνα μην εχω μπερδεματα.Εμοιαζε με αγριο σαρκο-
βορο ζωο,που εψαχνε να βρει την λεια του να την κατα-
σπαραξει.
Ολοι εμεις οι αλλοι ναυτες μετα απο καποιο χρονικο
διαστημα στη θαλασσα ξεμπαρκαραμε και γυριζαμε
στα σπιτια μας στους δικους μας,και μετα παλι ταξιδευ-
αμε με το ιδιο καραβι η' με αλλα καραβια.Εκεινος ποτε
δεν ξεμπαρκαρε,συνεχως ταξιδευε.
Εγω αλλαξα καραβια,και παντα ρωτουσα γι'αυτον.Οι ναυ-
τικοι,που εκαναν μαζι στο ιδιο καραβι μου ελεγαν πως δεν
ειχε αλλαξει καθολου,εκανε τα ιδια.
Η μοιρα το εφερε να βρεθουμε στο ιδιο καραβι μετα απο
πολλα χρονια.Δεν τον αναγνωρισα αμεσως.Ηταν εξαντλη-
μενος απο το ποτο,ειχε γερασει.Αυτος με παρακαλεσε να
βρισκουμε συνεχεια διπλα του,αν γινονταν να μην τον
εγκαταλειψω ουτε για μια στιγμη,σαν να ηθελε εναν μαρ-
τυρα της ζωης του.Εγω ενιωσα αδιαφορια και αποστροφη
και γι'ασυτον και για την ζωη του.
Σ'εκεινο το τελευταιο ταξιδι μας πεσαμε σε μεγαλη τρι-
κυμια.Τα κυματα θεορατα σαν βουνα επεφταν στο καρα-
βι,δυνατος αερας το τρανταζε,και βροχη καταρραχτης πα-
νω μας.Τρεις μερες και τρεις νυχτες σκοτεινες καταστρο-
φης,βροντες και αστραπες,κολαση.Νομισαμε πως ηρθε
το τελος μας,η συντελεια του κοσμου..
Κι εκεινος ο αθλιος μεσα σ'αυτη την αγρια θεομηνια γυρ-
νουσε αναμεσα μας παντα μεθυσμενος αναισθητος για ο-
λα οσα συνεβαιναν γυρω του.
Μετα την τριτη μερα σταματησε ο καιροςτα συννεφα δια-
λυθηκαν,ανοιξε ο ουρανος,ο ανεμος επαψε ,η θαλασσα ηρε-
μησε.Το καραβι ειχε μεγαλες καταστροφες ,ομως καταφε-
ραμε να αραξουμε στο Μπουενος Αιρες της Αργεντινης.
Μια νυχτα ολοι οι ναυτες κατεβηκαμε στο λιμανι να δια-
σκεδασουμε τα βασανα ,που μας ετυχαν.Ολα τα μπαρ γε-
ματα.Στο μπαρ,που βρεθηκα ηταν ναυτικοι και απο αλλα
καραβια,ανακατεμενοι ολοι στο μισοσκοταδο,μεσα στις φω-
νες,στα τραγουδια,στις βρισιες και στα δυνατα γελια των
γυναικων.Βαμενα κοκκινα χειλη,ξανθα,κοκκινα μαλλια,
γυμνες πλατες,η γυμνη σαρκα του λαιμου,μεσα στο εμποριο
των σωματων.
Ξαφνικα ακουστησε μεσα στη νυχτα πανω απο τον θορυβο μια
δυνατη κραυγη,σαν ουρλιαχτο ζωου.Παγωσαμε.Μεσα στο πλη-
θος στην αιθουσα ορμησε μια μαυρη γυναικα,αναμαλλιασμενη,
στα χερια της κρατουσε μαχαιρι.Την αρπαξαν,της πηραν το
μαχαιρι και την εσυραν στο δωματιο,απ'το οποιο βγηκε κι α-
κουστηκε η φωνη.
Εκει μεσα στο θαμπο φως αντικρυσαμε πανω στο κρεβατι το
ημιγυμνο σωμα ενος αντρα λευκου,στο μερος της καρδιας
ηταν κοκκινο μαυρο.Τον ειχε μαχαιρωσει η μαυρη γυναικα.
Πλησιασα κοντα κι ειδα τον ανθρωπο.Αναγνωρισα το θυμα,
ηταν ο φιλος μου.Τοτε στο δυνατο φως,που καποιος αναψε
γυρισα και ειδα την μαυρη γυναικα.Την αναγνωρισα,χωρις
την παραμικρη αμφιβολια,ηταν εκεινη η μαυρη γυναικα ,
που ειχε εκεινος ο αθλιος μαχαιρωσει πριν πολλα χρονια
σ'ενα μπαρ σε καποιο λιμανι της Αφρικης νοτια.Το ιδιο
προσωπο,λιγο πιο γερασμενο.
.
.
.

.
.

.
.


.
.


.
.

.
.

.
.



.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου